Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Ελλείψεις....

Υπάρχουν μέρες που περνάνε και που απλώς σφίγγω τα δόντια και πνίγω ένα κλάμα. Υπάρχουν άλλες που περνάνε λες και ήμουν πάντα εδώ. Υπάρχουν μέρες που πρέπει να παλέψω πολύ και άλλες που περνούν τόσο ανώδυνα... Αλλά μήπως και πού δεν είναι έτσι; Τα νέα της Ελλάδας τα μαθαίνω πια μόνο από το ίντερνετ, διαστρεβλωμένα και πιο ήπια, σαν κάτι πολύ μακρινό. Σας σκέφτομαι όλους όμως εκεί. Εσάς που πιθανότατα παλεύετε περισσότερο από μένα, που δεν έχετε δουλειά, χρήματα, ακόμα και σπίτι καλά καλά. Για όλους εσάς υπάρχει αυτό το ποστ.
Αλλά κυρίως για μένα. Για να μην ξεχνάω ποτέ ποιος είναι ο στόχος και το νόημα της ζωής μου. Να καταφέρω να ζήσω καλά με όσο το δυνατόν λιγότερα χρήματα γίνεται, και χωρίς να με νοιάζει. 29 χρόνια τώρα, καλά τα κατάφερα, νομίζω.

8.30 ώρα το βράδυ εδώ. Πρέπει να είμαι μόνη μου στο κτίριο. Έχει αρχίσει να κρυώνει ο καιρός. Σήμερα έπρεπε να πάμε σούπερ μάρκετ. Δεν πήγαμε. Είμαι εδώ από το πρωί και έχω διαβάσει ελάχιστα. Αλλά έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι δε θα φύγω αν δεν τελειώσω το paper που διαβάζω και δε γράψω περιλήψεις για τα άλλα δύο που διάβασα τις προηγούμενες μέρες. Κι έτσι κάθομαι. Μέχρι να με πείσω.
Πρώτη φορά σήμερα κοίταξα εισιτήρια για Ελλάδα. 1,5 μήνα τώρα δεν το τολμούσα καν. Δεν ήθελα να σκέφτομαι ότι υπάρχει αυτή η πιθανότητα. Κάτι με έπιασε όμως απόψε. Ίσως επειδή είναι Παρασκευή και βρέχει και μου λείπετε λίγο παραπάνω από ότι συνήθως. Αρχίζει και γίνεται η απώλεια ρουτίνα. Αντέχεται αυτό; Δεν ξέρω, ελπίζω πως ναι. Ίσως φταίνε και τα γράμματα που ήρθαν χθες. Έμοιαζαν τόσο μακρινά! Ίσως φταίει και η προσμονή για τα γράμματα που βρίσκονται στο δρόμο...
 Κάποτε όταν έφευγα από ένα μέρος για ένα άλλο δεν ήθελα να κρατάω επαφή με τους ανθρώπους εκεί. Θες από άμυνα, θες επειδή ήταν το τηλέφωνο στη μέση, δεν έπαιρνα ποτέ κάποιον έτσι απλά για να δω τι κάνει. Τώρα όμως είναι αλλιώς.Είναι που για πρώτη φορά συνειδητοποιώ πόσο μόνιμη θα είναι αυτή η απώλεια.

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο

Σύνοψις...

Πέρασαν τόσες μέρες από την τελευταία φορά που έγραψα εδώ ε; Πάνω από μια βδομάδα, σχεδόν δύο... Τακτοποιηθήκαμε με το σπίτι, βρήκαμε πώς να κινούμαστε στη γειτονιά, που είναι το σούπερ μάρκετ, τα λεωφορεία (ποτέ δε θα μάθω να το γράφω σωστά). Η διάθεση αυτές τις μέρες είχε πολλά σκαμπανεβάσματα (κυρίως λόγω των ακαδημαϊκών) αλλά για άλλη μια φορά τα ξεπέρασα όλα και νομίζω ότι πια βρίσκομαι στο φωτεινό δρόμο της γνώσης. Μα πόσο γαμάτη είμαι τελικά, ώρες ώρες με θαυμάζω ( κι άλλες με μουτζώνω αλλά δεν είναι του παρόντος).

Νέα πάρα πολλά, θα τα πω εν συντομία. την προηγούμενη Τρίτη την περάσαμε χωρίς ρεύμα (να είναι καλά ο γείτονας που μας εδωσε ένα κερί και χώρο στην κατάψυξή του για να βάλουμε τα 4 λίτρα παγωτό που πήραμε).

Το να βρω κουβά και σφουγγαρίστρα που να μου αρέσει αποδείχτηκε το πιο δύσκολο πράγμα σε αυτή την πόλη τελικά. Ακόμα δεν έχω πάρει. Να ήμουνα και καμιά νοικοκυρά της προκοπής, πήγαινε κι ερχόταν. Αλλά δεν είμαι. Κι έτσι ακόμα δεν έχουμε σφουγγαρίστρα, παρότι έχω πάει σε 4 σούπερ μάρκετ.

Την Κυριακή παίζω τον πρώτο μου επίσημο αγώνα. Είμαι πολύ σέξι με τη στολή, αν θεωρείς σέξι το Στράτο Αποστολάκη με τα χρώματα της εθνικής και σουτιέν νο5. Το πρώτο ημίχρονο θα παίξω τέρμα. Τρέμε Κασίγιας!

Ήρθε η κάρτα της Γιάννας από την Ισλανδία και το δέμα της αγαπημένης κυρίας Μαρίας (χεχεχε)! Γέμισε ο τόπος ραντεβουδάκια και τσίχλες!!Και είχε και τις άλλες τις μαλακές, με τη μαστίχα, που είχα ξεχάσει πόσο πολύ μου άρεσαν... Εκείνες ειδικά έχουν γεύση "γραφείου" μαζί με τις αναμνήσεις της τελευταίας χρονιάς. Μόνο εκεί τις έτρωγα... Το πόσο χάρηκα δεν μπορώ να σας το περιγράψω, ήρθε ο συγκάτοικος και σαν τους ηλίθιους μυρίζαμε το κουτί να πάρουμε τζούρα από την πατρίδα... Μετά έκανε ελληνικό καφέ (εμένα δε μου έκανε το γαϊδούρι) και μετά πήγαμε στο ΙΚΕΑ.

Από το οποίο πήρα κουβά, αλλά όχι σφουγγαρίστρα και την ξέχασα εκεί. Πόσα πράγματα να χωρέσει πάνω αυτό το πενηνταράκι που κυκλοφορούμε. Για του λόγου το αληθές:

Εδώ είναι μία συγκριτική φωτογραφία με το διπλανό μάνστερ τρακ. Όλα τα χωρέσαμε στο όχημα, αλλά ξεχάσαμε τον κουβά και τα τάπερ! Για ακόμα μια φορά, το μπλογκ αυτό επιβεβαιώνει το όνομά του. Χωρίς τάπερ!

Και για να αποδείξω ότι σε αυτό το σκουτεράκι μπορούμε να χωρέσουμε τα πάντα, δυο φωτό από το σούπερ μάρκετ, τη μέρα που μας έκοψαν το ρεύμα:



















Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Επήραμε το Σκάνια




Υπάρχουν πολλά είδη μυθιστορήματος. Ταξιδιωτικά μυθιστορήματα, ερωτικά, αστυνομικά και τόσα άλλα. Δεν ξέρω αν υπάρχουν μετακομιστικά μυθιστορήματα. Αν δεν υπάρχουν μόλις εφύηρα ένα νέο λογοτεχνικό είδος. Τα τελευταία 11 χρόνια έχω κάνει 7 μετακομίσεις. Έχω βάλει τη ζωή μου σε κούτες άπειρες φορές. Έχω κουβαλήσει έπιπλα, ψυγεία, παπλώματα, υπολογιστές, ανεμιστήρες, πίνακες, άδεια μπουκάλια και τόσα άλλα πράγματα. Φυσικά δεν έχω αυταπάτες ότι αυτή ήταν η τελευταία μου. Ήταν σίγουρα όμως μια από τις καλύτερες. Και τις πιο ξεκούραστες και χαλαρές μπορώ να πω.
Όλα ξεκίνησαν όταν την Παρασκευή με πήρε τηλέφωνο η μεσίτρια ότι ο σπιτονοικοκύρης δέχτηκε την αίτησή μου. Γιατί εδώ δεν αρκεί να πεις εσύ ότι σου κάνει το σπίτι. Πρέπει και ο σπιτονοικοκύρης να πει ότι του κάνεις εσύ. Έτσι λοιπόν, μαζί με την αίτηση επισύναψα, μια συστατική από μια φίλη, τα στοιχεία της κοπέλας που έμενα μέχρι τώρα, ένα γράμμα από το πανεπιστήμιο που να λέει ότι δεν είμαι άφραγκη, φωτοτυπία του διαβατηρίου, της ταυτότητας, του διπλώματος οδηγησης και τα ίδια στοιχεία και για το συγκάτοικο και μας δέχτηκαν!

Βουαλά:


Κι άρχισε ο άλλος γολγοθάς. Ωραία, πήραμε το σπίτι. Τι θα βάλουμε μέσα; Ευτυχώς η τσίπισα η συγκάτοικός μου θέλησε να μου πουλήσει το κρεβάτι. Κρεβάτι βρήκαμε λοιπόν. Η επίσης τσίπισα φίλη της, είχε ένα ψυγείο για πούλημα. Βρήκαμε και ψυγείο. Πλυντήριο πήρα ενός πεθαμένου. Το δίνανε κοψοχρονιά για να αδειάσει το σπίτι. Ήταν λίγο τέρμα θεού, αλλά δε βαριέσαι, πήγαμε και το πήραμε. Καναπέ πήραμε έναν σε άψογη κατάσταση, μόνο $80. Από ένα φίλο της τσίπισας πρώην συγκατοίκου μου. Όπως βλέπετε μέχρι στιγμής, κανείς δεν δύναται να χαρίσει κάτι, ακόμα κι αν το έχει στο γκαράζ και το τρώνε οι αράχνες (που δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητες εδώ, μην το ξεχνάμε).

Επειδή λοιπόν με πιάσανε οι ανοιχτοχεριές μου με όλους αυτούς τους τσίπηδες που έμπλεξα, αποφάσισα να πάρω τραπεζαρία. Νταξ, τραπεζαρία δεν το λες ακριβώς, ένα τραπέζι του ικέα είναι, από τις προσφορές. Δεν ήταν χτυπημένο, απλώς ήταν τελευταίο κομμάτι πριν σταματήσει η σειρά και το πήρα $100 φτηνότερο. Μια χαρά. Πήρα και 4 πανάκριβες καρέκλες των $7 η μία και έτοιμο και το ντάινινγκ τέημπλ! Ντουλάπα ευτυχώς είχε το σπίτι και δε χρειάστηκα. Οι κουζίνες για κάποιον πολύ βολικό αλλά ακατανόητο λόγο πάνε πάντα μαζί με το σπίτι κι έτσι δε χρειάστηκε να ξοδευτούμε. 

Όσο για τα υπόλοιπα, φρόντισαν οι ΚΑΘΟΛΟΥ τσίπηδες Έλληνες φίλοι μας. Η Μαρία μας έφερε ένα βραστήρα και μια φρυγανιέρα, η Σταματική έβαλε τη μανούλα της να μας βρει πιάτα και μαχαιροπήρουνα, η άλλη Μαρία μας έχει τάξει φουρνάκι μικροκυμάτων και η Λούλα χθες μας έφερε από τη νύφη της ένα ολόκληρο σερβίτσιο αχρησιμοποίητο! Μωρέ μεγαλύτερη πήρα από αυτά από ότι θα έπαιρνα αν τα αγόραζα καινούρια. Γιατί αυτά είχαν και αγάπη μαζί. (κλεμμένη ατάκα από Μπομπ Σφουγγαράκη). 

Πώς τα κουβαλήσαμε; Με τούτο εδώ το θερίο:

Εγώ, η Μαρία και η τσάντα της Σταματικής, απολαμβάνουμε ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα, από τη λαλάκα και την κούραση της ημέρας. 


Το νοικιάσαμε λοιπόν $120 για ολόκληρη μέρα  τα φορτώσαμε όλα μέσα και ιδού το νέο μας σπίτι:


Το σαλόνι μας. Ο καναπές,με το γνωστό τραπεζάκι του ικέα, που το βρίσκεις πια σε κάθε σπίτι, και στο βάθος η τραπεζαρία μας. 

Η κουζίνα με τις απαραίτητες μπύρες της, γιατί δεν νοείται διαφορετικά σπίτι.


Το δωμάτιό μου. Ο καθρέφτης κρύβει από πίσω την ντουλάπα μου. Φυσικά και δεν μπήκα στον κόπο να στρώσω το κρεβάτι για να το φωτογραφίσω. 

Το μπάνιο μας. Για κάποιο λόγο που επίσης αδυνατώ να κατανοήσω, όλα τα σπιτια έχουν και μπανιέρα και ντουζιέρα. Προσωπικά τα βρίσκω εξίσου άβολα και τα δύο, γιατί κανένα δεν έχει τηλέφωνο για να πλυθείς σαν άνθρωπος χωρίς να βρέξεις το μαλλί και χωρίς να γεμίσεις μπανιέρα. Επίσης, το πλυντήριο έχει δικό του δωμάτιο, αλλά ξέχασα να το φωτογραφίσω.
Και θα κλείσω αυτό το ποστ κόλαφο, με τη φωτογραφία της θέας από το παράθυρό μας.

Υ.Γ.:  Την ιστορία του πώς ξεχάσαμε την τσάντα της Μαρίας μέσα στο φορτηγάκι, το αφήσαμε στη μάντρα και βάλαμε το κλειδί στο χρηματοκιβώτιο, που φυσικά δεν μπορούσαμε να ανοίξουμε για να το ξαναπάρουμε και περιμέναμε να έρθει ο καλός κύριος από τη Χερτζ, που ήρθε με τη μουστάκλα του, το φανελάκι και την παντόφλα από το σπίτι του, για να μας ανοίξει, θα σας την πω άλλη φορά.

Να έχετε μια υπέροχη μέρα, όπως η δική μου!

Σας φιλώ και σας αγαπώ, 
το ξενιτεμένο Βούτυρο!

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Οχτώ Φεβρουαρίου 2012, ώρα εφτά και πενήντα το πρωί.

8 φεβρουαρίου 2012. Έτσι έγραφε το εισιτήριό μου. Η αλήθεια είναι πως δεν το κράτησα ποτέ στα χέρια μου. Ευτυχώς. Στις 5 το πρωί ήμουν στο αεροδρόμιο. Στις 7 έμεινα μόνη μου. Σύρθηκα με κλάματα έξω από την πύλη και περίμενα να ανοίξει. Πέρασε πάνω από μια ώρα έτσι. Τελείως κινηματογραφικά. Μπήκα στο αεροπλάνο και περίμενα. Ούτε καν θυμάμαι πια τι μας έφεραν για πρωινό. Φτάσαμε στην Κων/πολη πολύ γρήγορα. 4 ώρες αναμονή. Πάλι μόνη, αυτή τη φορά ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν ήξεραν τη γλώσσα. Κάποια στιγμή άκουσα να παίζει από τα μεγάφωνα ένα ελληνικό τραγούδι. Δεν μπορώ να πω ότι συγκινήθηκα.
Αλλά ακόμα ένιωθα και ήμουν πολύ κοντά στην πατρίδα. Σε μέρος οικείο και κοντινό. Οι τέσσερις ώρες στο αεροδρόμιο πέρασαν γρήγορα. Kαι ξαναμπήκα στο αεροπλάνο. Ο κόσμος έξω από την πύλη πάρα πολύς. Το αεροπλάνο τεράστιο. Είχα θέση δίπλα στο παράθυρο. Δεν είδα όμως τίποτα σε όλη τη διαδρομή. Το ταξίδι κρατησε πολλές ώρες. Σε κάθε σκέψη υγραίνονταν τα μάτια μου. Αποφάσισα να μη σκέφτομαι για το υπόλοιπο ταξίδι. Και κάποια στιγμή, μετά από 12 ώρες και κάτι, φτάσαμε στη Σιγκαπούρη. Τριγύρισα στο αεροδρόμιο και μετά πήρα ένα ταξί για την πόλη. Πήγα στο σπίτι του Φίλιππου. Ήμασταν μαζί στο σχολείο. Τυχερή ήμουν που ήξερα κι έναν άνθρωπο εκεί. Κοιμήθηκα 3 ώρες και μετά πήγα βόλτα στην πόλη. Ήταν η πρώτη φορά που είδα ουρανοξύστες. Στάθηκα από κάτω τους και προσπάθησα με το βλέμμα μου να συναντήσω την κορυφή τους και να φανταστώ τη θέα από εκεί πάνω. Η διάθεσή μου είχε αλλάξει. Δε σκεφτόμουν τον προορισμό. Αφέθηκα να νιώσω το ταξίδι μέσα μου. Και όλα έμοιαζαν καλύτερα. Σαν τουρίστας. Δεν είχε και πολλούς. Οι άνθρωποι εκεί περπατούν υπόγεια. Ο ήλιος και η υγρασία στην επιφάνεια κάνει την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Με δυσκολία περπατάς στο εδαφος.Έμεινα στη Σιγκαπούρη 16 ώρες.

Και ύστερα ξανάφυγα. Για τον τελικό προορισμό. One way ticket. Άλλες 7 ώρες. Εκεί δεν άντεξα. Το ταξίδι με κατέβαλλε και επιτέλους κοιμήθηκα. Βαθιά. Να μη νιώθω, να μη σκέφτομαι. Δε θα κρύψω ότι ήμουν φοβισμένη. Όσο πλησίαζαν οι μέρες του ταξιδιού περισσότερο. Μέχρι τελευταία στιγμή περίμενα πως θα γίνει κάτι μαγικό και δε θα φύγω. Και θα ξαναγίνουν όλα όπως πριν. Ο τρόμος κράτησε για μέρες. Ακόμα κι όταν έφτασα εδώ. Παρόλα αυτά δεν έκανα πίσω. Δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Είμαι εδώ και θα είμαι για τα επόμενα τρία χρόνια τουλάχιστον. Θα βάλω το κεφάλι κάτω και θα δουλέψω όπως πρέπει. Θα κάνω ότι καλύτερο μπορώ. Γι' αυτό ήρθα. Μετριότητες και μισές δουλειές μπορούσα να κάνω και στην Ελλάδα. Δεν ήρθα γι' αυτό εδώ. Κι ας είναι δύσκολα. Κι ας μην υπάρχει τίποτα εδώ που να με δένει έστω και στο ελάχιστο με το παρελθόν μου. Το κουβαλάω μέσα μου κι αυτό μου φτάνει. Προς το παρόν τουλάχιστον...That's it.

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Αφιερωμένο

Πολλές μνήμες,, άλλες αχνές, θολές, άλλες πρόσφατες, ζωντανές. Όλες μοναδικές. Γι' αυτο δε βγάζω φωτογραφίες. Θέλω να τα θυμάμαι όπως θέλει το μυαλό μου. Παραποιημένα και όμορφα. Ότι ξεχάσω δεν ήταν αρκετά σημαντικό. Απλά πράγματα.
Θυμάμαι που σου μάθαινα τραγούδια. Δεν ήξερες το Σταυρό του Νότου και τον ακούσαμε μαζί πρώτη φορά, στη Θεσσαλονίκη. Θυμάμαι τη μέρα που γνωριστήκαμε στη Θεσσαλονίκη. Τη νύχτα που τριγυρνούσαμε σε παραδόξως γνωστά στέκια για μένα και άγνωστα για σένα που ήσουν απο εκεί.
Κι άλλα θυμάμαι. Πολλά. Αλλά δεν είναι του παρόντος. Δεν ξέρω αν έχουν χώρο οι μνήμες σε αυτό το παρόν ή αν περιττεύουν.
Αλλά στο είπα και όταν σε χαιρέτησα. Σε ευχαριστώ που μου έμαθες πως υπάρχουν άνθρωποι σαν κι εσένα. Άνθρωποι που ξέρουν να αγαπούν ελεύθερα και χωρίς ανταλλάγματα. Άνθρωποι που σε αγαπούν γι' αυτό που είσαι. Όπως με αγάπησες εσύ. Χάρη σε σένα έμαθα κι εγώ να μπορώ να αγαπώ με αυτόν τον τρόπο. Και σου είμαι ευγνώμων γι' αυτό.
Δεν ξέρω αν πρέπει να είμαι ανοιχτή στον κόσμο. Εδώ έχουν θέμα με την επαφή. Γι' αυτό είναι και τόσο ψυχροί σαν άνθρωποι. Έτυχε να γνωρίσω κάποιους και να μη μου δώσουν καν το χέρι τους. Άλλοι τόποι, άλλα ήθη, τι να πεις. Αλλά I could really use a hug right now. Και όχι επειδή νιώθω άσχημα ή δεν περνάω καλά εδώ, μου λείπει απλώς το άγγιγμα...Να έρθει κάποιος να σου σφίξει το χέρι, να σου δώσει ένα φιλί. Να νιώσεις το δέρμα του στο δέρμα του, ότι κάτι κυλάει μέσα του γαμώτο. Κάτι ξέρουν τα παιδιά που προσφέρουν free hugs στην Αθήνα. Το μετανιώνω τώρα που δεν τα αγκάλιασα ποτέ.
Όταν με ξαναδείτε λοιπόν, να με κάνετε μια μεγάλη αγκαλιά. Μην το ξεχάσετε. Και να πάτε στα παιδιά των free hugs και να τους κάνετε ένα τεράστιο group hug από μένα. Ελπίζω να καταλάβουν.

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο βούτυρο.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Να προσέχεις, να τρως καλά και να μη βγαίνεις έξω λουσμένη...

Να προσέχεις, να τρως καλά και να μη βγαίνεις έξω λουσμένη... Μόλις τώρα πήρα ένα τέτοιο μήνυμα και συνειδητοποίησα πόση αγάπη κρύβουν αυτές οι λέξεις.. Όχι όμως, δεν ήταν η μαμά μου που μου το έγραψε αυτό. Της είχα απαγορεύσει να μου το πει ποτέ, όταν στα 18 μου έφυγα από την Αλεξανδρούπολη για το Βόλο. Είχε στεναχωρεθεί πάρα πολύ και μέχρι τώρα δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Όμως το ότι θυμάμαι αυτή την κουβέντα 11 χρόνια μετά, πάει να πει ότι κι εμένα δε με είχε αφήσει ανεπηρέαστη...
Τρεις φράσεις που τα λένε όλα μέσα.
Να προσέχεις, να τρως καλά και να μη βγαίνεις έξω λουσμένη. Μετάφραση: Σ' αγαπώ πολύ, σε νοιάζομαι και θα στεναχωρηθώ πολύ αν πάθεις κάτι. Αλλά είναι πολύ συναισθηματικό να το πεις κατευθείαν. Κι έτσι το ντύνουμε με τις πιο βασικές ανάγκες της κλίμακας. Ασφάλεια, φαΐ, υγεία. Στεναχωριέμαι που δεν άφησα τη μαμά μου να μου το πει ποτέ. Και τώρα δεν ξέρω πώς μπορώ να την κάνω να μου το πει ξανά. Μάλλον με τον πιο απλό τρόπο. Να της το πω εγώ.
Και σε όλους/ες εσάς θέλω να το πω.
Να προσέχετε, να τρώτε καλά και να μη βγαίνετε έξω λουσμένοι...

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο βούτυρο.

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Πότε τελειώνει η αρχή;

Κι αφού τα 'παμε και κάναμε και λίγο πλάκα, συνειδητοποίησα πως πέρασε ο καιρός. Πάει και το τζετ λαγκ, πάει και η προσαρμογή, πάει και η γνωριμία με την πόλη και το ίδρυμα. Και τώρα; Τι απέμεινε τώρα;
Αυτό για το οποίο ήρθες. Τώρα δουλειά. Εσύ δουλειά; Το κοπρόσκυλο; Ναι, εδώ δεν αστειεύονται. Εδώ δουλεύουν όλοι. Κι αν δε θέλουν; Θέλουν δε θέλουν. Δεν την βγάζεις αλλιώς. Δε γίνεται. Καλό είναι αυτό. Γι' αυτό ήρθα εδώ. Για τα καλούπια τους. Γιατί δε σε αφήνουν λάσκα. Καλά αυτό είναι και λίγο ψέμα. Ή είναι η αρχή. Δεν ξέρω, θα δείξει. Αυτές τις μέρες δεν πολυβρέθηκα με τους φίλους μου. Πέρασα αρκετές ώρες στο ίδρυμα, προσπαθώντας να συνηθίσω το χώρο. Κρίμα που δεν έβγαλα μια φωτογραφία να σας δείξω το γραφείο μου. Είναι ωραίο. Σε μια γωνία, με πέτρινους τοίχους κι ένα ράφι. Έβαλα κιόλας δυο φωτογραφίες. Και δυο σημειωματάκια που μου είχατε γράψει πριν φύγω. Κι ένα δικό μου, με κεφαλαία γράμματα τι δεν πρέπει να ξεχνάω όταν χάνομαι μέσα στα άρθρα και στα βιβλία. Γιατί κάποια στιγμή νιώθεις εντελώς χαμένος.

Είναι τόσο αρχή, που δεν ξέρεις καλά καλά τι ήρθες να κάνεις εδώ πέρα. Ποιο είναι το θέμα σου; Τι πρέπει να διαβάσεις; Από πού ξεκινάς; Σε εκείνη τη στιγμή σηκώνω το κεφάλι και κοιτάω το χαρτάκι στον τοίχο. Και ηρεμώ. Όπως τότε πριν από 3 χρόνια που ανακάλυψα τι μου συμβαίνει. Ήταν σαν εκείνο το παιδικό παιχνίδι που πρέπει να βάλεις τα κομμάτια στη θέση τους. Το τριγωνάκι στο τρίγωνο περίγραμμα, τον κύβο στο τετράγωνο κλπ. Κάπως έτσι ήμουν κι εγώ πριν μερικά χρόνια. Είχα τα περιγράμματα αλλά δεν είχα τα σώματα. Αλλά ήρθαν. Και ταίριαξαν απόλυτα. Και καταλάγιασαν όλα μέσα μου. Ηρέμησα. Και μετά έφυγα στην Αυστραλία.

Ήρεμη όμως. Γεμάτη. Ώριμη. Ας πούμε. Φόρτωσα μαζί μου παιδικά παιχνίδια και αναμνήσεις και ξεκίνησα. Ειλικρινά δεν ξέρω αν θα ξαναγυρίσω. Πολύ φοβάμαι πως όχι, γιατί έχει αρχίσει να μου αρέσει επικίνδυνα εδώ. Αλλά και πάλι, είναι πολύ αρχή για να ξέρω. Πότε θα σταματήσει να είναι όμως πολύ αρχή; Πώς ορίζουμε το μεταβατικό διάστημα; Το χρόνο προσαρμογής; Ναι, δεν είναι ίδιο για τον καθένα. Άρα;
Άρα τι; Μήπως έχει σημασία;

Το πιο άχρηστο πράγμα που έφερα μαζί μου από την Ελλάδα είναι η βουβουζέλα μου. Ελευθερία σε ευχαριστώ.

Σας φιλώ και σας αγαπώ λίγο παραπάνω από πριν,.
το ξενιτεμένο σας Βούτυρο


Δεν έχει εδώ

Δε φτιάχνω λίστες. Δεν κρατάω σημειώσεις. Πετάω τα αποκόμματα των εισιτηρίων από τα ταξίδια. Δε βγάζω φωτογραφίες. Δε γράφω ημερολόγιο. Ελάχιστα πράγματα κάνω πια σε χαρτί. Αλλά να που έρχεται μια στιγμή που τα κάνεις όλα αυτά.

Έχω αρχίσει να κρατάω σημειώσεις. Από αυτά που διαβάζω, από αυτά θέλω να γράψω αργότερα. Κράτησα όλα τα αποκόμματα των εισιτηρίων από το ταξίδι από την Ελλάδα. Έβγαλα πάρα πολλές φωτογραφίες από τότε που ήρθα. Ξεκίνησα το ημερολόγιό μου σε τούτο δω το μπλογκ. Και γράφω πια σε χαρτί. Προσπαθώ να το ξανασυνηθίσω. Δε μου βγαίνει πολύ καλά. Ξεχνάω γράμματα ανάμεσα στις λέξεις και τα συμπληρώνω μετά, δεν μπορώ να θυμηθώ πώς γράφονται μερικές λέξεις, κάποιες στιγμές σχεδόν δε θυμάμαι πώς κρατάνε το στυλό. Αλλά κυκλοφορώ με ένα σημειωματάριο και ένα τετραδιάκι. Το μικρό για τα καθημερινά, το άλλο για το διάβασμα. Ευτυχώς που εδώ οι διαδρομές με τα λεοφωρεία είναι μεγάλες κι έτσι διαβάζω αρκετά στο δρόμο. Το μόνο που δεν έκανα ακόμα, είναι να φτιάξω λίστα. Ε, ήρθε η ώρα της.


Τι δεν έχει στην Αδελαΐδα:
  1. Φραπέ. Πράγμα πολύ περίεργο, αν σκεφτείτε ότι σε όλα τα μαγαζιά, σπίτια και σούπερ μάρκετ βρίσκεις στιγμιαίο καφέ. Παράξενο.κ
  2. Καφετέριες. Δεν έχει καφετέριες σαν τις δικές μας, ούτε καν σαν τις Ιταλικές που κάθεσαι για έναν εσπρέσο στα όρθια για δέκα λεπτά. Έχει μόνο μαγαζιά που σερβίρουν καφέ, με την αισθητική των έβερεστ και των μακντόναλντ. Και μετά αναρωτιούνται γιατί πίνει ο κόσμος. Γιατί έχει μόνο παμπ βρε σαΐνια. Τι να κάνουμε; 
  3. Αδέσποτα. Δεν έχω δει ούτε ένα. Τα μόνα ζώα που είδα ήταν σε αυλές ή σε βόλτα με το αφεντικό τους, δεμένα. Δεν ξέρω πώς τα εξαφάνισαν και πού τα έχουν πάει, πάντως δεν κυκλοφορεί κανένα. Ούτε σκύλος, ούτε γάτα. Για να είμαι ειλικρινής το μόνο ζώο που συνάντησα ελεύθερο ήταν κάτι κατσαρίδες στα πεζοδρόμια. 
  4. Φωτισμό. Ούτε καν στο κέντρο της. Δεν είναι επαρκώς φωτισμένη και δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί. Με το που νυχτώνει περπατάς στο μισοσκόταδο. Και το ξαναλέω, και στο κέντρο της είναι έτσι. Ρομαντικά. Για τις γειτονιές δεν το συζητώ, μια λάμπα ανά τετράγωνο έχει. Αφού περπατάω στο πεζοδρόμιο και φοβάμαι μην έρθω τετ α τετ με καμιά φίλη του Σπάιντερμαν και δεν ξέρω πώς να φερθώ. 
  5. Ανοιχτά μαγαζιά μετά τις 10.  Λες και ζούμε στη χώρα της Σταχτοπούτας. Δέκα και πέντε έχουν εξαφανιστεί όλοι κι έχουν πάει να περιμένουν τον πρίγκηπα με το γοβάκι. Γι' αυτό βρε δε θα παντρευτώ εγώ. Γιατί δεν είμαι ποτέ στο σπίτι μου στις 10. 
  6. Κόσμο στο δρόμο. Όταν λέμε ότι δεν έχει, δεν έχει. Είναι στιγμές που σε όλη την πόλη ζήτημα να κυκλοφορούμε 100 άνθρωποι. Πού θα μου πάει, θα τους γνωρίσω τους άλλους 99 και θα βγαίνουμε από τις 6 για μπύρες.
  7. Χοιρινό. Ναι, αυτό το έχω ξαναγράψει. Αλλά δεν έχει. Και τις πατάτες τις λένε τσιπς. Όχι φράις.
  8. Ουρές στις υπηρεσίες. Όπου και να πήγα 3 άνθρωποι περίμεναν και τελείωσαν το πολύ σε πέντε λεπτά. Αναμονή πουθενά. Σας θυμίζει κάτι αυτό;
  9. Ελεύθερα ασύρματα δίκτυα.  Τρομερά λίγα για το μέγεθος της πόλης. Εκατοντάδες άλλα κλειδωμένα ή επί πληρωμή.Ο Τζάμπας δε θα φτάσει ποτέ εδώ νομίζω. Έχουν ένα θέμα με το ιντερνετ, είναι γενικά ακριβό σε σχέση με τα δικά μας. Αλλά έχουν πολύ φτηνά κινητά και κλήσεις, οπότε μάλλον γι' αυτό δεν τους νοιάζουν τα ασύρματα δίκτυα.
  10. Ταχύτητες. Τα περισσότερα αυτοκίνητα εδώ είναι αυτόματα. Δεν ξέρω αν είναι απο ευκολία ή αν τους δυσκολεύει το να αλλάζουν ταχύτητες με το αριστερό. Εμένα πάντως μου φαίνεται ότι θα με ζόριζε..
Πάει και η λίστα. Όσον αφορά τα νέα μου εδώ, σήμερα ήταν η πρώτη βροχερή μου μέρα. Αλλά δεν μπορώ να γκρινιάξω, γιατί σε σας είναι χειρότερος. Επίσης τα ραδιόφωνα εδώ παίζουν τα άπαντα των Coldplay. Aυτά για σήμερα γιατί πήγε 1 το βράδυ.

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο.