Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Μια μπύρα στο σκαλοπάτι της εξώπορτας

Και μ' αυτά και μ' αυτά πέρασε ο καιρός και ήρθε πάλι το καλοκαίρι... Καλοκαίρι είναι μια μπύρα στο σκαλοπάτι της εξώπορτας, μαζί με τον Αιγύπτιο συγκάτοικο, να λέμε ο ένας στον άλλο ιστορίες από τα μέρη μας και από τη ζωή μας. Καλοκαίρι είναι το βαλς των χαμένων ονείρων και το χαμόγελο της Τζοκόντας. Καλοκαίρι είναι ένα τσιπουράκι στην παραλία με φίλους. Ξέρω ότι για σας εκεί είναι χειμώνας. Αλλά εδώ ήρθε επιτέλους η εποχή να ανοίξουμε πάλι τους εαυτούς μας στη ζέστη και στους γύρω μας.

Δύσκολος ο χειμώνας που πέρασε. Και δύσκολος αυτός που θα έρθει για σας. Κάθε μέρα το σκέφτομαι. Μου λείπετε. Ο καθένας για διαφορετικούς λόγους. Μερικούς σας πήρα τηλέφωνο. Λες και προσπαθούσα να θυμηθώ το τελευταίο καλοκαίρι στο σπίτι στην Καραϊσκάκη. Τις καλοκαιρινές νύχτες στο μεγάλο μπαλκόνι. Το ποδήλατό μου. Την παραλία που διέσχιζα κάθε πρωί. Το ζαχαροπλαστείο που φαινόταν από το παράθυρο του γραφείου. Τους ανθρώπους.

Μου λένε όλοι ότι τα πάντα έχουν αλλάξει. Κατεβασμένα μούτρα και μιζέρια. Έτσι είναι ε; Πήραμε και τη δόση έμαθα. "Σωθήκαμε" ακόμα μια φορά. Αναρωτιέμαι πόσες ζωές μας έχουν μείνει στο βίντεο παιχνίδι των μνημονίων. Τρίτη πίστα είμαστε τώρα; Θα σώσουμε καμιά πριγκίπισσα στο τέλος τουλάχιστον; Όχι, ε;

Έχει τέτοια ησυχία εδώ τη νύχτα... Περιμένουμε τους 39 βαθμούς της Πέμπτης. Ήρθε το καλοκαίρι.

Σας φιλώ και σας αγαπώ (και δε σας ξεχνώ)
το ξενιτεμένο βούτυρο

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Τα πιο ηλίθια πράγματα στην Αυστραλία

  1. Οι βρύσες. Ξεχωριστή βρύση για το ζεστό και ξεχωριστή για το κρύο. Και πώς βρε τζιμάνια θα πετύχουμε χλιαρό νερό; Δεν το σκέφτηκαν ποτέ μάλλον.
  2. Τα πόμολα. Αν έχει ύψος μέχρι ένα μέτρο είναι σχεδόν αδύνατο να ανοίξεις τις πιο πολλές πόρτες. Μάλλον έχουν την εντύπωση ότι στη χώρα αυτή κατοικούν γίγαντες. 
  3. Οι κλειδαριές. Αν δεν έχεις δυο χέρια ελεύθερα δεν μπορείς να ανοίξεις την πόρτα. Με το ένα χέρι γυρνάς το πόμολο και με το άλλο ξεκλειδώνεις την άλλη κλειδαριά. Αν κρατάς ψώνια ή οτιδήποτε άλλο τη γάμησες. Δεν μπαίνεις μέσα.
  4. Τα φανάρια. Η λωρίδα που στρίβει πάει και ευθεία. Ο,τι πιο ηλίθιο έχουν σκεφτεί. Γιατί; Γιατί στα πιο πολλά φανάρια το πράσινο για να στρίψεις και το πράσινο για να πας ευθεία δεν ανάβουν μαζί. Άρα, αν μπροστά σου είναι αυτοκίνητο που θέλει να πάει ευθεία και εσύ από πίσω θες να στρίψεις, πρέπει να περιμένεις να ανάψει το δικό του φανάρι και κατά πάσα πιθανότητα να περάσεις με κόκκινο (πράγμα που δεν είμαι σίγουρη ότι είναι παράνομο σε αυτή την περίπτωση) ή να περιμένεις το επόμενο φανάρι που θα στρίβει. Μπόνους στις στροφές είναι το γεγονός ότι σε κάποιες δεν υπάρχει φανάρι και στρίβεις όποτε μπορέσεις ή δε λειτουργεί κάποιες ώρες της ημέρας σκόπιμα.
  5. Οι μεζούρες. Τα ποτά εδώ είναι με τη μεζούρα. Στην ουσία ένα ποτό από ένα σφηνάκι διαφέρει στο μέγεθος του ποτηριού που θα στο σερβίρουν. 
  6. Τα πιτόγυρα. Δε φτάνει είναι αυτή η αηδία ο γύρος από αρνί, βάζουν τρία κιλά μαϊντανό και ό,τι άλλη μαλακία σε πρασινάδα έχουν (π.χ. μαρούλι) και δε βάζουν και πατάτες. Και η πίτα αράβικη. Και αυτό το πράγμα το πληρώνεις πανάκριβα. 
  7. Οι smoke free areas. Το 'παμε δεν την παλεύουν οι άνθρωποι εδώ. Δε σε αφήνουν να καπνίσεις ούτε έξω. Υπάρχουν περιοχες στον ανοιχτό αέρα, ούτε καν κάτω από στέγη, που δεν επιτρέπεται να καπνίσεις. Και πού σταδγιάλα θα καπνίσουμε ρε, στο Φεγγάρι; 
  8. Οι κατασκευές τους. Σπίτια από τσιγαρόχαρτο. Τίγκα στα παράθυρα. Στέγες από λαμαρίνα. Φου να το κάνεις θα πέσει. Και όλα ισόγεια έτσι; Κι ας έχει πλημμύρες. Τζίνιους λέμε. Τριπλές κλειδαριές στην πόρτα και από δίπλα τρία παράθυρα, εννοείται χωρίς κάγκελα και παντζούρια. Με το δάχτυλο να τα σπρώξεις θα σπάσουν. Ασφάλεια λέμε, όχι μαλακίες. Προχθές έβαλαν βερνίκι στο παρκέ του γείτονα, το τονίζω, ΤΟΥ ΓΕΙΤΟΝΑ και το ΔΙΚΟ μας σπίτι βρωμούσε μια βδομάδα. Με κλειστά παράθυρα.
  9. Η θέρμανση. Το καλοκαίρι εδώ χτυπάει σαραντάρια. Το χειμώνα δεν κάνει τρομερό κρύο κάθε μέρα, αλλά προχθές είχαμε 3 βαθμούς. Κεντρική θέρμανση; Γιατί; Δε σου φτάνει το κλιματιστικό; ΟΧΙ. Λες και μόνο στο σαλόνι κάνει κρύο. Πφφφφ


Τέλος πάντων, τα είπα και ξεθύμανα. Κατά τα άλλα όμως είναι υπέροχα να  ζεις εδώ.

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο.

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Μισόλογα και σκόρπιες σκέψεις...

Αυστραλία, η χώρα των ευκαιριών. Αυστραλία, η χώρα που όποιος θέλει να δουλέψει, δουλεύει. Αυστραλία, η χώρα του politically correct. Αυστραλία, η χώρα που αν είσαι η γκέι ή αν έφαγες δημητριακά για πρωινό είναι το ίδιο. Αυστραλία, η χώρα που ξέρει να κρύβει τα προβλήματά της καλά. Αυστραλία, η χώρα των κοινωνικών ανισοτήτων.

Αυτό που ξέρει καλά να κάνει αυτή η χώρα είναι να μην έχει εχθρούς. Είτε εξωτερικούς, είτε εσωτερικούς. Είτε λόγω γεωγραφικής θέσης και απομόνωσης, είτε επειδή είναι αυτάρκης σαν χώρα, κανείς δεν ασχολείται μαζί της σοβαρά. Την αφήνουν στην ησυχία της. Η Αυστραλία είναι η χώρα που αυτό που κάνει καλύτερα είτε σε επίπεδο τοπικής κοινωνίας είτε σαν κράτος, είναι να βάζει τα προβλήματά της κάτω από το χαλί. Σε αντίθεση με την Ελλάδα που κάθε τι που γίνεται είναι αφορμή για προβολή, δημοσιότητα και κιτρινισμούς, εδώ σχεδόν τίποτα από τα σοβαρά ζητήματα δε βγαίνει στη φόρα. Τα Μέσα ξέρουν να κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους. Η Αυστραλία δεν έχει άστεγους, δεν έχει προβλήματα με τα ναρκωτικά, δεν υπάρχει πρόβλημα με τους μετανάστες, δεν υπάρχουν άνθρωποι αναλφάβητοι, δεν υπάρχουν άνθρωποι που ζουν κάτω από το όριο της φτώχιας. ΝΑΙ, ΚΑΛΑ. Κι όμως, εγώ τους έχω συναντήσει αυτούς τους ανθρώπους. Μέρα μεσημέρι, στον πεζόδρομο της αγοράς. Να ψάχνουν τα σκουπίδια. Να κοιμούνται στα στενά τη νύχτα, σε χαρτόκουτα. Να ζητιανεύουν. Έχω γνωρίσει ανθρώπους που είναι εδώ με τουριστική βίζα και δουλεύουν κανονικά. Χωρίς χαρτιά, χωρίς ασφάλιση, με το μισό μεροκάματο από τους Αυστραλούς. Έχω γνωρίσει φοιτητές που επιτρέπεται να δουλεύουν 20 ώρες τη βδομάδα και δουλεύουν 40. Παρανόμως. Αλλά αυτά δεν υπάρχουν στην Αυστραλία.

Πρώτο θέμα στην τοπική εφημερίδα ήταν ο σκύλος της πυροσβεστικής που έχει κάνει τόσες διασώσεις. Την άλλη βδομάδα τα δυο παιδάκια που πήγαν καλά στους κολυμβητικούς αγώνες. Τα πολιτικά ανύπαρκτα. Θα μου πεις είναι η εφημερίδα της γειτονιάς. Ε και; Δεν έχει πιο σοβαρά θέματα να συμβαίνουν στη γειτονιά; Τα ίδια και στις πιο μεγάλες εφημερίδες. Εξώφυλλο κάτι ιατρικό. Πέμπτη σελίδα πολιτικά. Ούτε καν θυμάμαι τι είχαν οι προηγούμενες. Τόσο αδιάφορες. 6η σελίδα μια αναφορά που ανακάλυψαν ότι είχε γίνει πριν από 20 χρόνια και έλεγε για επικίνδυνες ουσίες στο έδαφος σε μια περιοχή. Η αναφορά για 20 χρόνια ήταν ΧΑΜΕΝΗ και βρέθηκε τώρα. Που η περιοχή κατοικείται και έχουν χτιστεί σπίτια. Που ζουν παιδιά. Και αυτό δεν ήταν πρώτη είδηση. Η χρεωκοπία της Ελλάδας μαζί με τα διεθνή ήταν όλα μαζί μισή σελίδα κάπου λίγο μετά τη μέση.

Τα ίδια και στην τηλεόραση. Σπανίως θα δεις στενάχωρες ειδήσεις. Στην Αυστραλία δεν υπάρχουν εγκληματίες. Είναι όλοι καλοί άνθρωποι, χωρίς προβλήματα.

Τις προάλλες γνώρισα μια κοπέλα ετών 24άρων, που δεν ήξερε να διαβάζει. Έχει χάσει και τους δύο γονείς της πριν μερικά χρόνια, είχε να μιλήσει με τον αδερφό της δύο χρόνια και ζει σε ένα τροχόσπιτο. Αυτό που με σόκαρε περισσότερο είναι το ότι δεν ήξερε να διαβάζει. Εδώ έχουν αυτή τη μαλακία που μπορείς να κάνεις μαθήματα στο σπίτι, χωρίς να χρειάζεται να πας στο σχολείο. Ελέγχει όμως κανείς αν αυτό γίνεται τελικά; Από ότι φαίνεται μάλλον όχι.  Η κοπέλα μένει σε μια περιοχή 30χμ μακριά από την Αδελαΐδα. Και στη σημερινή εποχή είναι 24 ετών και δεν ξέρει να διαβάσει. Μου είπε ότι ο πατέρας της δεν ήξερε να γράψει ούτε το όνομά του. Αυτή δεν ήταν σε τόσο άσχημη κατάσταση, γιατί έγραφε, αλλά δεν μπορούσε να συλλαβίσει. Σε όποιον είπα αυτό το περιστατικό δε σοκαρίστηκε. Του φάνηκε φυσιολογικό. Άρα δεν είναι η μόνη. Και δεν κάνει κανείς, τίποτα γι' αυτό. Αφού το ξέρετε γαμώ το κερατό σας ότι υπάρχει αυτό το πρόβλημα, γιατί δεν κάνετε κάτι; Από την άλλη στα σχολεία που είναι σε πιο υποβαθμισμένες περιοχές δίνουν μεγαλύτερη χρηματοδότηση. Δίνουν διαδραστικούς πίνακες, ipad, βιβλιοθήκες, υπολογιστές. Είναι αυτή η λύση; Κι αυτοί που δεν είναι στο σχολείο; Τι γίνεται με αυτούς;

Υπάρχει και η άλλη πλευρά. Λίγα στενά πάνω από το σπίτι μου, υπάρχει ένα σπίτι που πιάνει το μισό τετράγωνο. ΈΝΑ σπίτι. Και εδώ τα τετράγωνα δεν είναι μικρά. Είχε μέσα παρκαρισμένα 4 αυτοκίνητα. Και δεν είναι το μόνο. Τα περισσότερα παιδιά που ξέρω είναι 20 χρονών και έχουν δικό τους αυτοκίνητο. Καινούριο. Κάποιος μου είπε ότι στην Αυστραλία τα προϊόντα της Apple κατέχουν μεγαλύτερο ποσοστό της αγορά από αυτά της Microsoft. Όχι, δεν είναι φτηνότερα από την Ελλάδα. Όχι σημαντικά φτηνότερα δηλαδή. Τα πάντα είναι ακριβά σε αυτή τη χώρα. Ακόμα και το ψωμί, έχει $5 το κιλό. Με την ισοτιμία, 3,8€. Πανάκριβο. Το φοιτητικό εισιτήριο του λεωφορείου κοστίζει $2.40, δηλαδή γύρω στο 1,8. Αλλά σπανίως πετυχαίνεις Αυστραλούς φοιτητές στο λεωφορείο.

Έτσι περνάνε τις μέρες τους εδώ. Συζητάνε δυο ώρες για το πώς να βγάλουν τη γάτα που θα πάρουν, αλλά δε θα ακούσεις κουβέντα για πολιτική. Οι πιο πολλοί ξέρουν απλώς ποιος είναι πρωθυπουργός. Μέχρι εκεί φτάνει η άποψή τους. Πολύ αμφιβάλλω αν ξέρουν ότι είχαν στείλει στρατεύματα στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Και όχι μόνο δεν το ξέρουν, δεν τους απασχολεί κιόλας. Είναι στο δικό τους, ευτυχισμένο και απομονωμένο κόσμο. Όλη η χώρα. Είναι αυτό που τους κρατάει ενωμένους. Σε μια χώρα τόσο πολυπολιτισμική και με τόσο μικρή και ασήμαντη ιστορία σε σχέση με τις περισσότερες Ευρωπαΐκές και Ασιατικές χώρες, το να πιστεύουν ότι όλα πάνε καλά και ότι δεν έχουν προβλήματα είναι αυτό που κρατάει τους πολίτες ενωμένους. Άρτος και θεάματα. Μεγάλα ονόματα για συναυλίες, τρέλα με τα αθλητικά, πάρκα, εκδρομές, εξοχές, ταξίδια. Ακούγεται ιδανικό. Δεν είναι. Είναι εξιδανικευμένο γιατί έτσι τους βολεύει.

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο.

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Μικρά καθημερινά πράγματα που μου φτιάχνουν τη μέρα

Παρασκευή πρωί σήμερα και το πρώτο πράγμα που μου έφτιαξε τη μέρα ήταν ο ήλιος που αντίκρυσα έξω από το παράθυρο. Βέβαια είχε κάτω από 15 βαθμούς, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ καθαρή και πραγματικά ήταν σαν ένα ζεστό χάδι στους ώμους, καθώς περπατούσα.  Κάθε πρωί περπατάω περίπου 15 λεπτά για να πάω στη στάση του λεωφορείου (το έγραψα σωστά με την πρώτη!). Στο διάστημα αυτό συνήθως σκέφτομαι τι θα κάνω όταν πάω εκεί, τι δεν έκανα την προηγούμενη μέρα, τι θα κάνω όταν φύγω από εκεί και πότε θα πάω για μπύρες. Σήμερα σκεφτόμουν αυτά τα πολύ μικρά καθημερινά πράγματα, που δεν τους δίνεις σημασία ποτέ και που δεν είναι τόσο σημαντικά για να σε απασχολήσουν σοβαρά, αλλά από την άλλη είναι σαν μικρές ενέσεις θετικής ενέργειας και καλής διάθεσης.

Αφορμή για αυτές τις σκέψεις ήταν μια τυχαία πρωινή συνάντηση στο φανάρι. Καθώς περίμενα να ανάψει πράσινο και να αρχίσει να σκούζει για να περάσω (εδώ έχουν όλα και ηχητικό σήμα, και αφής, εκτός από την εικόνα. Μιλάμε δηλαδή για πολυτροπικά φανάρια, χεχε) είδα κάποιον να με χαιρετάει μέσα από ένα αυτοκίνητο. Ήταν μια συμπαίκτριά μου από το ποδόσφαιρο, που πήγαινε στη δουλειά της. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, αυτό δε θα μου έκανε καμία εντύπωση. Αλλά εδώ μου έφτιαξε τη μέρα. Felt like I'm local. Αν προσπαθήσω να αναλύσω το γιατί, μπορώ να πω ότι σε μια πόλη 1 εκατομμυρίου κατοίκων, από τους οποίους ξέρω περίπου 30-35 ανθρώπους, το να πετύχω κάποιον από αυτούς τυχαία στο δρόμο είναι μάλλον απίθανο. Οπότε το οτι συνέβη αυτή η πολύ μικρή πιθανότητα, με έκανε να νιώσω ότι "ανήκω εδώ". Και χαμογέλασα.

Και μετά θυμήθηκα ένα άλλο πρωί που είχα κατέβει στο κέντρο για δουλειές και μόλις κατέβηκα από το λεωφορείο πέτυχα κάποιον με μπλούζα του εξάστερου (Παναθηναϊκού για τους άσχετους). Και πάλι χαμογέλασα.

Κι ένα γλυκό μήνυμα στο κινητό για καλημέρα. Κι αυτό αρκεί. Αυτά τα μικρά καθημερινά πράγματα που μας κάνουν να χαμογελάμε, είναι τελικά αυτά που χτίζουν τις βάσεις για τα μεγάλα. Γιατί αν δεν ξεκινάς τη μέρα σου χαμογελώντας, δεν πρόκειται να σου χαμογελάσει ούτε αυτή. Χαμογελαστές καλημέρες λοιπόν!


Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Μπορούμε να εκτιμήσουμε ένα καλό τραγούδι των Beatles....

Πάει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που έγραψα. Δεν είχα και πολλά να γράψω. Δεν πολυπήγαινα στο ίδρυμα, μπας και διαβάσω στο σπίτι που δεν είχα ίντερνετ. Φυσικά και δεν τα κατάφερα. Και μάλιστα ενιωσα και τελείως εκτός πλαισίου και δυσκολεύτηκα πολύ να ξαναμπώ. Βυθίστηκα σε μια κατάσταση που υποσυνείδητα ήθελα να αποφύγω ή να ξεχάσω καλύτερα, το πού βρίσκομαι και το τι κάνω. Ευτυχώς ξύπνησα νωρίς, χωρίς απώλειες και επέστρεψα πολύ δυναμικά. Υπάρχει η άπειρη υποστήριξη από το ίδρυμα εδώ πέρα αναφορικά με τις ψυχολογικές μεταπτώσεις των υποψηφίων διδακτόρων του. Αλλά ας τα αφήσουμε αυτά.

Ο καιρός είναι εντελώς φθινοπωρινός. Τα δέντρα ρίχνουν τα φύλλα τους, βρέχει συχνά και είναι ο καιρός του "δεν ξέρω τι σκατά να βάλω, γιατί το μεσημέρι σκάει ο τζίτζικας αλλά το βράδυ θέλω και δυο ζακέτες". Καιρός που θα έκανε περήφανες όλες τις Ελληνίδες νηπιαγωγούς που εξακολοθούν να διδάσκουν τις εποχές στα παιδιά, ακόμα κι αν το Σεπτέμβρη στην Ελλάδα τώρα πια έχει 35 βαθμούς.

Χθες λοιπόν, καθότι Κυριακή, είχαμε ακόμα έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Το παιχνίδι εξελίχθηκε σε καταστροφή για την ομάδα μας, αλλά τουλάχιστον ξαναβρήκα την καλή μου διάθεση, που είχε ψιλοχαθεί μετά τα πέντε γκολ που είχα φάει στο προηγούμενο ματς. Για την ιστορία εκείνο το παιχνίδι έληξε 5-5, ενώ το χθεσινό σκορ θα το κρατήσω κρυφό.

Μετά το παιχνίδι πήγαμε στην κοντινότερη παμπ να γιορτάσουμε τη θριαμβευτική μας ήττα. Βρίσκομαι λοιπόν ανάμεσα σε 4 Αυστραλέζες, μια Ελληνοαυστραλέζα, μια Κορεάτισα και μια Καναδή. (Σαν ανέκδοτο είμαστε). Και τσακωνόμαστε για οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς. Η Καναδή λέει ότι το maple syrup εδώ είναι μάπα, εγώ τσακώνομαι με δυο Αυστραλέζες για το ότι οδηγούν ανάποδα και σε ποια χώρα κατασκευάστηκε η πρώτη μηχανή αυτοκινήτου, οι άλλες δύο Αυστραλέζες τσακώνονται για το αν αυτοί που οδηγούν αυτόματα αυτοκίνητα είναι πιο χαζοί από εκείνους που οδηγούν αυτοκίνητα με ταχύτητες, και γενικώς είμαστε σε μια κατάσταση που φωνάζουμε και γελάμε.

Και τότε συνέβη κάτι μαγικό. Μια στιγμή σιωπής και ξαφνικά αρχίσαμε όλες μαζί να τραγουδάμε ένα τραγούδι των Beatles που ακουγόταν από τα μεγάφωνα της παμπ. Και τότε η Shanae, που καθόταν δίπλα μου και τσακωνόταν με την Justine για τις ταχύτητες είπε σε ελεύθερη μετάφραση: "Είμαστε τόσο διαφορετικές και μπορεί να έχουμε τόσα πολλά που να μας χωρίζουν, αλλά όλες μπορούμε να εκτιμήσουμε ένα καλό τραγούδι των Beatles." Εκεί κατάλαβα ότι ακόμα κι αν είμαι στην άλλη άκρη της γης, δεν διαφέρω και πολύ από τους ανθρώπους εδώ. Και αγάπησα αυτά το κορίτσια ένα τσικ παραπάνω.

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο.

P.S.: Συγγνώμη που δεν έχω απαντήσει στα mail σας και τα μηνύματά σας τον τελευταίο καιρό, αλλά δεν είχα ίντερνετ και στο σπίτι και δεν ήταν τόσο εύκολο. Υπόσχομαι να απαντήσω σε όλα εντός των ημερών.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Ελλείψεις....

Υπάρχουν μέρες που περνάνε και που απλώς σφίγγω τα δόντια και πνίγω ένα κλάμα. Υπάρχουν άλλες που περνάνε λες και ήμουν πάντα εδώ. Υπάρχουν μέρες που πρέπει να παλέψω πολύ και άλλες που περνούν τόσο ανώδυνα... Αλλά μήπως και πού δεν είναι έτσι; Τα νέα της Ελλάδας τα μαθαίνω πια μόνο από το ίντερνετ, διαστρεβλωμένα και πιο ήπια, σαν κάτι πολύ μακρινό. Σας σκέφτομαι όλους όμως εκεί. Εσάς που πιθανότατα παλεύετε περισσότερο από μένα, που δεν έχετε δουλειά, χρήματα, ακόμα και σπίτι καλά καλά. Για όλους εσάς υπάρχει αυτό το ποστ.
Αλλά κυρίως για μένα. Για να μην ξεχνάω ποτέ ποιος είναι ο στόχος και το νόημα της ζωής μου. Να καταφέρω να ζήσω καλά με όσο το δυνατόν λιγότερα χρήματα γίνεται, και χωρίς να με νοιάζει. 29 χρόνια τώρα, καλά τα κατάφερα, νομίζω.

8.30 ώρα το βράδυ εδώ. Πρέπει να είμαι μόνη μου στο κτίριο. Έχει αρχίσει να κρυώνει ο καιρός. Σήμερα έπρεπε να πάμε σούπερ μάρκετ. Δεν πήγαμε. Είμαι εδώ από το πρωί και έχω διαβάσει ελάχιστα. Αλλά έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι δε θα φύγω αν δεν τελειώσω το paper που διαβάζω και δε γράψω περιλήψεις για τα άλλα δύο που διάβασα τις προηγούμενες μέρες. Κι έτσι κάθομαι. Μέχρι να με πείσω.
Πρώτη φορά σήμερα κοίταξα εισιτήρια για Ελλάδα. 1,5 μήνα τώρα δεν το τολμούσα καν. Δεν ήθελα να σκέφτομαι ότι υπάρχει αυτή η πιθανότητα. Κάτι με έπιασε όμως απόψε. Ίσως επειδή είναι Παρασκευή και βρέχει και μου λείπετε λίγο παραπάνω από ότι συνήθως. Αρχίζει και γίνεται η απώλεια ρουτίνα. Αντέχεται αυτό; Δεν ξέρω, ελπίζω πως ναι. Ίσως φταίνε και τα γράμματα που ήρθαν χθες. Έμοιαζαν τόσο μακρινά! Ίσως φταίει και η προσμονή για τα γράμματα που βρίσκονται στο δρόμο...
 Κάποτε όταν έφευγα από ένα μέρος για ένα άλλο δεν ήθελα να κρατάω επαφή με τους ανθρώπους εκεί. Θες από άμυνα, θες επειδή ήταν το τηλέφωνο στη μέση, δεν έπαιρνα ποτέ κάποιον έτσι απλά για να δω τι κάνει. Τώρα όμως είναι αλλιώς.Είναι που για πρώτη φορά συνειδητοποιώ πόσο μόνιμη θα είναι αυτή η απώλεια.

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο

Σύνοψις...

Πέρασαν τόσες μέρες από την τελευταία φορά που έγραψα εδώ ε; Πάνω από μια βδομάδα, σχεδόν δύο... Τακτοποιηθήκαμε με το σπίτι, βρήκαμε πώς να κινούμαστε στη γειτονιά, που είναι το σούπερ μάρκετ, τα λεωφορεία (ποτέ δε θα μάθω να το γράφω σωστά). Η διάθεση αυτές τις μέρες είχε πολλά σκαμπανεβάσματα (κυρίως λόγω των ακαδημαϊκών) αλλά για άλλη μια φορά τα ξεπέρασα όλα και νομίζω ότι πια βρίσκομαι στο φωτεινό δρόμο της γνώσης. Μα πόσο γαμάτη είμαι τελικά, ώρες ώρες με θαυμάζω ( κι άλλες με μουτζώνω αλλά δεν είναι του παρόντος).

Νέα πάρα πολλά, θα τα πω εν συντομία. την προηγούμενη Τρίτη την περάσαμε χωρίς ρεύμα (να είναι καλά ο γείτονας που μας εδωσε ένα κερί και χώρο στην κατάψυξή του για να βάλουμε τα 4 λίτρα παγωτό που πήραμε).

Το να βρω κουβά και σφουγγαρίστρα που να μου αρέσει αποδείχτηκε το πιο δύσκολο πράγμα σε αυτή την πόλη τελικά. Ακόμα δεν έχω πάρει. Να ήμουνα και καμιά νοικοκυρά της προκοπής, πήγαινε κι ερχόταν. Αλλά δεν είμαι. Κι έτσι ακόμα δεν έχουμε σφουγγαρίστρα, παρότι έχω πάει σε 4 σούπερ μάρκετ.

Την Κυριακή παίζω τον πρώτο μου επίσημο αγώνα. Είμαι πολύ σέξι με τη στολή, αν θεωρείς σέξι το Στράτο Αποστολάκη με τα χρώματα της εθνικής και σουτιέν νο5. Το πρώτο ημίχρονο θα παίξω τέρμα. Τρέμε Κασίγιας!

Ήρθε η κάρτα της Γιάννας από την Ισλανδία και το δέμα της αγαπημένης κυρίας Μαρίας (χεχεχε)! Γέμισε ο τόπος ραντεβουδάκια και τσίχλες!!Και είχε και τις άλλες τις μαλακές, με τη μαστίχα, που είχα ξεχάσει πόσο πολύ μου άρεσαν... Εκείνες ειδικά έχουν γεύση "γραφείου" μαζί με τις αναμνήσεις της τελευταίας χρονιάς. Μόνο εκεί τις έτρωγα... Το πόσο χάρηκα δεν μπορώ να σας το περιγράψω, ήρθε ο συγκάτοικος και σαν τους ηλίθιους μυρίζαμε το κουτί να πάρουμε τζούρα από την πατρίδα... Μετά έκανε ελληνικό καφέ (εμένα δε μου έκανε το γαϊδούρι) και μετά πήγαμε στο ΙΚΕΑ.

Από το οποίο πήρα κουβά, αλλά όχι σφουγγαρίστρα και την ξέχασα εκεί. Πόσα πράγματα να χωρέσει πάνω αυτό το πενηνταράκι που κυκλοφορούμε. Για του λόγου το αληθές:

Εδώ είναι μία συγκριτική φωτογραφία με το διπλανό μάνστερ τρακ. Όλα τα χωρέσαμε στο όχημα, αλλά ξεχάσαμε τον κουβά και τα τάπερ! Για ακόμα μια φορά, το μπλογκ αυτό επιβεβαιώνει το όνομά του. Χωρίς τάπερ!

Και για να αποδείξω ότι σε αυτό το σκουτεράκι μπορούμε να χωρέσουμε τα πάντα, δυο φωτό από το σούπερ μάρκετ, τη μέρα που μας έκοψαν το ρεύμα:



















Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Επήραμε το Σκάνια




Υπάρχουν πολλά είδη μυθιστορήματος. Ταξιδιωτικά μυθιστορήματα, ερωτικά, αστυνομικά και τόσα άλλα. Δεν ξέρω αν υπάρχουν μετακομιστικά μυθιστορήματα. Αν δεν υπάρχουν μόλις εφύηρα ένα νέο λογοτεχνικό είδος. Τα τελευταία 11 χρόνια έχω κάνει 7 μετακομίσεις. Έχω βάλει τη ζωή μου σε κούτες άπειρες φορές. Έχω κουβαλήσει έπιπλα, ψυγεία, παπλώματα, υπολογιστές, ανεμιστήρες, πίνακες, άδεια μπουκάλια και τόσα άλλα πράγματα. Φυσικά δεν έχω αυταπάτες ότι αυτή ήταν η τελευταία μου. Ήταν σίγουρα όμως μια από τις καλύτερες. Και τις πιο ξεκούραστες και χαλαρές μπορώ να πω.
Όλα ξεκίνησαν όταν την Παρασκευή με πήρε τηλέφωνο η μεσίτρια ότι ο σπιτονοικοκύρης δέχτηκε την αίτησή μου. Γιατί εδώ δεν αρκεί να πεις εσύ ότι σου κάνει το σπίτι. Πρέπει και ο σπιτονοικοκύρης να πει ότι του κάνεις εσύ. Έτσι λοιπόν, μαζί με την αίτηση επισύναψα, μια συστατική από μια φίλη, τα στοιχεία της κοπέλας που έμενα μέχρι τώρα, ένα γράμμα από το πανεπιστήμιο που να λέει ότι δεν είμαι άφραγκη, φωτοτυπία του διαβατηρίου, της ταυτότητας, του διπλώματος οδηγησης και τα ίδια στοιχεία και για το συγκάτοικο και μας δέχτηκαν!

Βουαλά:


Κι άρχισε ο άλλος γολγοθάς. Ωραία, πήραμε το σπίτι. Τι θα βάλουμε μέσα; Ευτυχώς η τσίπισα η συγκάτοικός μου θέλησε να μου πουλήσει το κρεβάτι. Κρεβάτι βρήκαμε λοιπόν. Η επίσης τσίπισα φίλη της, είχε ένα ψυγείο για πούλημα. Βρήκαμε και ψυγείο. Πλυντήριο πήρα ενός πεθαμένου. Το δίνανε κοψοχρονιά για να αδειάσει το σπίτι. Ήταν λίγο τέρμα θεού, αλλά δε βαριέσαι, πήγαμε και το πήραμε. Καναπέ πήραμε έναν σε άψογη κατάσταση, μόνο $80. Από ένα φίλο της τσίπισας πρώην συγκατοίκου μου. Όπως βλέπετε μέχρι στιγμής, κανείς δεν δύναται να χαρίσει κάτι, ακόμα κι αν το έχει στο γκαράζ και το τρώνε οι αράχνες (που δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητες εδώ, μην το ξεχνάμε).

Επειδή λοιπόν με πιάσανε οι ανοιχτοχεριές μου με όλους αυτούς τους τσίπηδες που έμπλεξα, αποφάσισα να πάρω τραπεζαρία. Νταξ, τραπεζαρία δεν το λες ακριβώς, ένα τραπέζι του ικέα είναι, από τις προσφορές. Δεν ήταν χτυπημένο, απλώς ήταν τελευταίο κομμάτι πριν σταματήσει η σειρά και το πήρα $100 φτηνότερο. Μια χαρά. Πήρα και 4 πανάκριβες καρέκλες των $7 η μία και έτοιμο και το ντάινινγκ τέημπλ! Ντουλάπα ευτυχώς είχε το σπίτι και δε χρειάστηκα. Οι κουζίνες για κάποιον πολύ βολικό αλλά ακατανόητο λόγο πάνε πάντα μαζί με το σπίτι κι έτσι δε χρειάστηκε να ξοδευτούμε. 

Όσο για τα υπόλοιπα, φρόντισαν οι ΚΑΘΟΛΟΥ τσίπηδες Έλληνες φίλοι μας. Η Μαρία μας έφερε ένα βραστήρα και μια φρυγανιέρα, η Σταματική έβαλε τη μανούλα της να μας βρει πιάτα και μαχαιροπήρουνα, η άλλη Μαρία μας έχει τάξει φουρνάκι μικροκυμάτων και η Λούλα χθες μας έφερε από τη νύφη της ένα ολόκληρο σερβίτσιο αχρησιμοποίητο! Μωρέ μεγαλύτερη πήρα από αυτά από ότι θα έπαιρνα αν τα αγόραζα καινούρια. Γιατί αυτά είχαν και αγάπη μαζί. (κλεμμένη ατάκα από Μπομπ Σφουγγαράκη). 

Πώς τα κουβαλήσαμε; Με τούτο εδώ το θερίο:

Εγώ, η Μαρία και η τσάντα της Σταματικής, απολαμβάνουμε ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα, από τη λαλάκα και την κούραση της ημέρας. 


Το νοικιάσαμε λοιπόν $120 για ολόκληρη μέρα  τα φορτώσαμε όλα μέσα και ιδού το νέο μας σπίτι:


Το σαλόνι μας. Ο καναπές,με το γνωστό τραπεζάκι του ικέα, που το βρίσκεις πια σε κάθε σπίτι, και στο βάθος η τραπεζαρία μας. 

Η κουζίνα με τις απαραίτητες μπύρες της, γιατί δεν νοείται διαφορετικά σπίτι.


Το δωμάτιό μου. Ο καθρέφτης κρύβει από πίσω την ντουλάπα μου. Φυσικά και δεν μπήκα στον κόπο να στρώσω το κρεβάτι για να το φωτογραφίσω. 

Το μπάνιο μας. Για κάποιο λόγο που επίσης αδυνατώ να κατανοήσω, όλα τα σπιτια έχουν και μπανιέρα και ντουζιέρα. Προσωπικά τα βρίσκω εξίσου άβολα και τα δύο, γιατί κανένα δεν έχει τηλέφωνο για να πλυθείς σαν άνθρωπος χωρίς να βρέξεις το μαλλί και χωρίς να γεμίσεις μπανιέρα. Επίσης, το πλυντήριο έχει δικό του δωμάτιο, αλλά ξέχασα να το φωτογραφίσω.
Και θα κλείσω αυτό το ποστ κόλαφο, με τη φωτογραφία της θέας από το παράθυρό μας.

Υ.Γ.:  Την ιστορία του πώς ξεχάσαμε την τσάντα της Μαρίας μέσα στο φορτηγάκι, το αφήσαμε στη μάντρα και βάλαμε το κλειδί στο χρηματοκιβώτιο, που φυσικά δεν μπορούσαμε να ανοίξουμε για να το ξαναπάρουμε και περιμέναμε να έρθει ο καλός κύριος από τη Χερτζ, που ήρθε με τη μουστάκλα του, το φανελάκι και την παντόφλα από το σπίτι του, για να μας ανοίξει, θα σας την πω άλλη φορά.

Να έχετε μια υπέροχη μέρα, όπως η δική μου!

Σας φιλώ και σας αγαπώ, 
το ξενιτεμένο Βούτυρο!

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Οχτώ Φεβρουαρίου 2012, ώρα εφτά και πενήντα το πρωί.

8 φεβρουαρίου 2012. Έτσι έγραφε το εισιτήριό μου. Η αλήθεια είναι πως δεν το κράτησα ποτέ στα χέρια μου. Ευτυχώς. Στις 5 το πρωί ήμουν στο αεροδρόμιο. Στις 7 έμεινα μόνη μου. Σύρθηκα με κλάματα έξω από την πύλη και περίμενα να ανοίξει. Πέρασε πάνω από μια ώρα έτσι. Τελείως κινηματογραφικά. Μπήκα στο αεροπλάνο και περίμενα. Ούτε καν θυμάμαι πια τι μας έφεραν για πρωινό. Φτάσαμε στην Κων/πολη πολύ γρήγορα. 4 ώρες αναμονή. Πάλι μόνη, αυτή τη φορά ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν ήξεραν τη γλώσσα. Κάποια στιγμή άκουσα να παίζει από τα μεγάφωνα ένα ελληνικό τραγούδι. Δεν μπορώ να πω ότι συγκινήθηκα.
Αλλά ακόμα ένιωθα και ήμουν πολύ κοντά στην πατρίδα. Σε μέρος οικείο και κοντινό. Οι τέσσερις ώρες στο αεροδρόμιο πέρασαν γρήγορα. Kαι ξαναμπήκα στο αεροπλάνο. Ο κόσμος έξω από την πύλη πάρα πολύς. Το αεροπλάνο τεράστιο. Είχα θέση δίπλα στο παράθυρο. Δεν είδα όμως τίποτα σε όλη τη διαδρομή. Το ταξίδι κρατησε πολλές ώρες. Σε κάθε σκέψη υγραίνονταν τα μάτια μου. Αποφάσισα να μη σκέφτομαι για το υπόλοιπο ταξίδι. Και κάποια στιγμή, μετά από 12 ώρες και κάτι, φτάσαμε στη Σιγκαπούρη. Τριγύρισα στο αεροδρόμιο και μετά πήρα ένα ταξί για την πόλη. Πήγα στο σπίτι του Φίλιππου. Ήμασταν μαζί στο σχολείο. Τυχερή ήμουν που ήξερα κι έναν άνθρωπο εκεί. Κοιμήθηκα 3 ώρες και μετά πήγα βόλτα στην πόλη. Ήταν η πρώτη φορά που είδα ουρανοξύστες. Στάθηκα από κάτω τους και προσπάθησα με το βλέμμα μου να συναντήσω την κορυφή τους και να φανταστώ τη θέα από εκεί πάνω. Η διάθεσή μου είχε αλλάξει. Δε σκεφτόμουν τον προορισμό. Αφέθηκα να νιώσω το ταξίδι μέσα μου. Και όλα έμοιαζαν καλύτερα. Σαν τουρίστας. Δεν είχε και πολλούς. Οι άνθρωποι εκεί περπατούν υπόγεια. Ο ήλιος και η υγρασία στην επιφάνεια κάνει την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Με δυσκολία περπατάς στο εδαφος.Έμεινα στη Σιγκαπούρη 16 ώρες.

Και ύστερα ξανάφυγα. Για τον τελικό προορισμό. One way ticket. Άλλες 7 ώρες. Εκεί δεν άντεξα. Το ταξίδι με κατέβαλλε και επιτέλους κοιμήθηκα. Βαθιά. Να μη νιώθω, να μη σκέφτομαι. Δε θα κρύψω ότι ήμουν φοβισμένη. Όσο πλησίαζαν οι μέρες του ταξιδιού περισσότερο. Μέχρι τελευταία στιγμή περίμενα πως θα γίνει κάτι μαγικό και δε θα φύγω. Και θα ξαναγίνουν όλα όπως πριν. Ο τρόμος κράτησε για μέρες. Ακόμα κι όταν έφτασα εδώ. Παρόλα αυτά δεν έκανα πίσω. Δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Είμαι εδώ και θα είμαι για τα επόμενα τρία χρόνια τουλάχιστον. Θα βάλω το κεφάλι κάτω και θα δουλέψω όπως πρέπει. Θα κάνω ότι καλύτερο μπορώ. Γι' αυτό ήρθα. Μετριότητες και μισές δουλειές μπορούσα να κάνω και στην Ελλάδα. Δεν ήρθα γι' αυτό εδώ. Κι ας είναι δύσκολα. Κι ας μην υπάρχει τίποτα εδώ που να με δένει έστω και στο ελάχιστο με το παρελθόν μου. Το κουβαλάω μέσα μου κι αυτό μου φτάνει. Προς το παρόν τουλάχιστον...That's it.

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Αφιερωμένο

Πολλές μνήμες,, άλλες αχνές, θολές, άλλες πρόσφατες, ζωντανές. Όλες μοναδικές. Γι' αυτο δε βγάζω φωτογραφίες. Θέλω να τα θυμάμαι όπως θέλει το μυαλό μου. Παραποιημένα και όμορφα. Ότι ξεχάσω δεν ήταν αρκετά σημαντικό. Απλά πράγματα.
Θυμάμαι που σου μάθαινα τραγούδια. Δεν ήξερες το Σταυρό του Νότου και τον ακούσαμε μαζί πρώτη φορά, στη Θεσσαλονίκη. Θυμάμαι τη μέρα που γνωριστήκαμε στη Θεσσαλονίκη. Τη νύχτα που τριγυρνούσαμε σε παραδόξως γνωστά στέκια για μένα και άγνωστα για σένα που ήσουν απο εκεί.
Κι άλλα θυμάμαι. Πολλά. Αλλά δεν είναι του παρόντος. Δεν ξέρω αν έχουν χώρο οι μνήμες σε αυτό το παρόν ή αν περιττεύουν.
Αλλά στο είπα και όταν σε χαιρέτησα. Σε ευχαριστώ που μου έμαθες πως υπάρχουν άνθρωποι σαν κι εσένα. Άνθρωποι που ξέρουν να αγαπούν ελεύθερα και χωρίς ανταλλάγματα. Άνθρωποι που σε αγαπούν γι' αυτό που είσαι. Όπως με αγάπησες εσύ. Χάρη σε σένα έμαθα κι εγώ να μπορώ να αγαπώ με αυτόν τον τρόπο. Και σου είμαι ευγνώμων γι' αυτό.
Δεν ξέρω αν πρέπει να είμαι ανοιχτή στον κόσμο. Εδώ έχουν θέμα με την επαφή. Γι' αυτό είναι και τόσο ψυχροί σαν άνθρωποι. Έτυχε να γνωρίσω κάποιους και να μη μου δώσουν καν το χέρι τους. Άλλοι τόποι, άλλα ήθη, τι να πεις. Αλλά I could really use a hug right now. Και όχι επειδή νιώθω άσχημα ή δεν περνάω καλά εδώ, μου λείπει απλώς το άγγιγμα...Να έρθει κάποιος να σου σφίξει το χέρι, να σου δώσει ένα φιλί. Να νιώσεις το δέρμα του στο δέρμα του, ότι κάτι κυλάει μέσα του γαμώτο. Κάτι ξέρουν τα παιδιά που προσφέρουν free hugs στην Αθήνα. Το μετανιώνω τώρα που δεν τα αγκάλιασα ποτέ.
Όταν με ξαναδείτε λοιπόν, να με κάνετε μια μεγάλη αγκαλιά. Μην το ξεχάσετε. Και να πάτε στα παιδιά των free hugs και να τους κάνετε ένα τεράστιο group hug από μένα. Ελπίζω να καταλάβουν.

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο βούτυρο.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Να προσέχεις, να τρως καλά και να μη βγαίνεις έξω λουσμένη...

Να προσέχεις, να τρως καλά και να μη βγαίνεις έξω λουσμένη... Μόλις τώρα πήρα ένα τέτοιο μήνυμα και συνειδητοποίησα πόση αγάπη κρύβουν αυτές οι λέξεις.. Όχι όμως, δεν ήταν η μαμά μου που μου το έγραψε αυτό. Της είχα απαγορεύσει να μου το πει ποτέ, όταν στα 18 μου έφυγα από την Αλεξανδρούπολη για το Βόλο. Είχε στεναχωρεθεί πάρα πολύ και μέχρι τώρα δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Όμως το ότι θυμάμαι αυτή την κουβέντα 11 χρόνια μετά, πάει να πει ότι κι εμένα δε με είχε αφήσει ανεπηρέαστη...
Τρεις φράσεις που τα λένε όλα μέσα.
Να προσέχεις, να τρως καλά και να μη βγαίνεις έξω λουσμένη. Μετάφραση: Σ' αγαπώ πολύ, σε νοιάζομαι και θα στεναχωρηθώ πολύ αν πάθεις κάτι. Αλλά είναι πολύ συναισθηματικό να το πεις κατευθείαν. Κι έτσι το ντύνουμε με τις πιο βασικές ανάγκες της κλίμακας. Ασφάλεια, φαΐ, υγεία. Στεναχωριέμαι που δεν άφησα τη μαμά μου να μου το πει ποτέ. Και τώρα δεν ξέρω πώς μπορώ να την κάνω να μου το πει ξανά. Μάλλον με τον πιο απλό τρόπο. Να της το πω εγώ.
Και σε όλους/ες εσάς θέλω να το πω.
Να προσέχετε, να τρώτε καλά και να μη βγαίνετε έξω λουσμένοι...

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο βούτυρο.

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Πότε τελειώνει η αρχή;

Κι αφού τα 'παμε και κάναμε και λίγο πλάκα, συνειδητοποίησα πως πέρασε ο καιρός. Πάει και το τζετ λαγκ, πάει και η προσαρμογή, πάει και η γνωριμία με την πόλη και το ίδρυμα. Και τώρα; Τι απέμεινε τώρα;
Αυτό για το οποίο ήρθες. Τώρα δουλειά. Εσύ δουλειά; Το κοπρόσκυλο; Ναι, εδώ δεν αστειεύονται. Εδώ δουλεύουν όλοι. Κι αν δε θέλουν; Θέλουν δε θέλουν. Δεν την βγάζεις αλλιώς. Δε γίνεται. Καλό είναι αυτό. Γι' αυτό ήρθα εδώ. Για τα καλούπια τους. Γιατί δε σε αφήνουν λάσκα. Καλά αυτό είναι και λίγο ψέμα. Ή είναι η αρχή. Δεν ξέρω, θα δείξει. Αυτές τις μέρες δεν πολυβρέθηκα με τους φίλους μου. Πέρασα αρκετές ώρες στο ίδρυμα, προσπαθώντας να συνηθίσω το χώρο. Κρίμα που δεν έβγαλα μια φωτογραφία να σας δείξω το γραφείο μου. Είναι ωραίο. Σε μια γωνία, με πέτρινους τοίχους κι ένα ράφι. Έβαλα κιόλας δυο φωτογραφίες. Και δυο σημειωματάκια που μου είχατε γράψει πριν φύγω. Κι ένα δικό μου, με κεφαλαία γράμματα τι δεν πρέπει να ξεχνάω όταν χάνομαι μέσα στα άρθρα και στα βιβλία. Γιατί κάποια στιγμή νιώθεις εντελώς χαμένος.

Είναι τόσο αρχή, που δεν ξέρεις καλά καλά τι ήρθες να κάνεις εδώ πέρα. Ποιο είναι το θέμα σου; Τι πρέπει να διαβάσεις; Από πού ξεκινάς; Σε εκείνη τη στιγμή σηκώνω το κεφάλι και κοιτάω το χαρτάκι στον τοίχο. Και ηρεμώ. Όπως τότε πριν από 3 χρόνια που ανακάλυψα τι μου συμβαίνει. Ήταν σαν εκείνο το παιδικό παιχνίδι που πρέπει να βάλεις τα κομμάτια στη θέση τους. Το τριγωνάκι στο τρίγωνο περίγραμμα, τον κύβο στο τετράγωνο κλπ. Κάπως έτσι ήμουν κι εγώ πριν μερικά χρόνια. Είχα τα περιγράμματα αλλά δεν είχα τα σώματα. Αλλά ήρθαν. Και ταίριαξαν απόλυτα. Και καταλάγιασαν όλα μέσα μου. Ηρέμησα. Και μετά έφυγα στην Αυστραλία.

Ήρεμη όμως. Γεμάτη. Ώριμη. Ας πούμε. Φόρτωσα μαζί μου παιδικά παιχνίδια και αναμνήσεις και ξεκίνησα. Ειλικρινά δεν ξέρω αν θα ξαναγυρίσω. Πολύ φοβάμαι πως όχι, γιατί έχει αρχίσει να μου αρέσει επικίνδυνα εδώ. Αλλά και πάλι, είναι πολύ αρχή για να ξέρω. Πότε θα σταματήσει να είναι όμως πολύ αρχή; Πώς ορίζουμε το μεταβατικό διάστημα; Το χρόνο προσαρμογής; Ναι, δεν είναι ίδιο για τον καθένα. Άρα;
Άρα τι; Μήπως έχει σημασία;

Το πιο άχρηστο πράγμα που έφερα μαζί μου από την Ελλάδα είναι η βουβουζέλα μου. Ελευθερία σε ευχαριστώ.

Σας φιλώ και σας αγαπώ λίγο παραπάνω από πριν,.
το ξενιτεμένο σας Βούτυρο


Δεν έχει εδώ

Δε φτιάχνω λίστες. Δεν κρατάω σημειώσεις. Πετάω τα αποκόμματα των εισιτηρίων από τα ταξίδια. Δε βγάζω φωτογραφίες. Δε γράφω ημερολόγιο. Ελάχιστα πράγματα κάνω πια σε χαρτί. Αλλά να που έρχεται μια στιγμή που τα κάνεις όλα αυτά.

Έχω αρχίσει να κρατάω σημειώσεις. Από αυτά που διαβάζω, από αυτά θέλω να γράψω αργότερα. Κράτησα όλα τα αποκόμματα των εισιτηρίων από το ταξίδι από την Ελλάδα. Έβγαλα πάρα πολλές φωτογραφίες από τότε που ήρθα. Ξεκίνησα το ημερολόγιό μου σε τούτο δω το μπλογκ. Και γράφω πια σε χαρτί. Προσπαθώ να το ξανασυνηθίσω. Δε μου βγαίνει πολύ καλά. Ξεχνάω γράμματα ανάμεσα στις λέξεις και τα συμπληρώνω μετά, δεν μπορώ να θυμηθώ πώς γράφονται μερικές λέξεις, κάποιες στιγμές σχεδόν δε θυμάμαι πώς κρατάνε το στυλό. Αλλά κυκλοφορώ με ένα σημειωματάριο και ένα τετραδιάκι. Το μικρό για τα καθημερινά, το άλλο για το διάβασμα. Ευτυχώς που εδώ οι διαδρομές με τα λεοφωρεία είναι μεγάλες κι έτσι διαβάζω αρκετά στο δρόμο. Το μόνο που δεν έκανα ακόμα, είναι να φτιάξω λίστα. Ε, ήρθε η ώρα της.


Τι δεν έχει στην Αδελαΐδα:
  1. Φραπέ. Πράγμα πολύ περίεργο, αν σκεφτείτε ότι σε όλα τα μαγαζιά, σπίτια και σούπερ μάρκετ βρίσκεις στιγμιαίο καφέ. Παράξενο.κ
  2. Καφετέριες. Δεν έχει καφετέριες σαν τις δικές μας, ούτε καν σαν τις Ιταλικές που κάθεσαι για έναν εσπρέσο στα όρθια για δέκα λεπτά. Έχει μόνο μαγαζιά που σερβίρουν καφέ, με την αισθητική των έβερεστ και των μακντόναλντ. Και μετά αναρωτιούνται γιατί πίνει ο κόσμος. Γιατί έχει μόνο παμπ βρε σαΐνια. Τι να κάνουμε; 
  3. Αδέσποτα. Δεν έχω δει ούτε ένα. Τα μόνα ζώα που είδα ήταν σε αυλές ή σε βόλτα με το αφεντικό τους, δεμένα. Δεν ξέρω πώς τα εξαφάνισαν και πού τα έχουν πάει, πάντως δεν κυκλοφορεί κανένα. Ούτε σκύλος, ούτε γάτα. Για να είμαι ειλικρινής το μόνο ζώο που συνάντησα ελεύθερο ήταν κάτι κατσαρίδες στα πεζοδρόμια. 
  4. Φωτισμό. Ούτε καν στο κέντρο της. Δεν είναι επαρκώς φωτισμένη και δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί. Με το που νυχτώνει περπατάς στο μισοσκόταδο. Και το ξαναλέω, και στο κέντρο της είναι έτσι. Ρομαντικά. Για τις γειτονιές δεν το συζητώ, μια λάμπα ανά τετράγωνο έχει. Αφού περπατάω στο πεζοδρόμιο και φοβάμαι μην έρθω τετ α τετ με καμιά φίλη του Σπάιντερμαν και δεν ξέρω πώς να φερθώ. 
  5. Ανοιχτά μαγαζιά μετά τις 10.  Λες και ζούμε στη χώρα της Σταχτοπούτας. Δέκα και πέντε έχουν εξαφανιστεί όλοι κι έχουν πάει να περιμένουν τον πρίγκηπα με το γοβάκι. Γι' αυτό βρε δε θα παντρευτώ εγώ. Γιατί δεν είμαι ποτέ στο σπίτι μου στις 10. 
  6. Κόσμο στο δρόμο. Όταν λέμε ότι δεν έχει, δεν έχει. Είναι στιγμές που σε όλη την πόλη ζήτημα να κυκλοφορούμε 100 άνθρωποι. Πού θα μου πάει, θα τους γνωρίσω τους άλλους 99 και θα βγαίνουμε από τις 6 για μπύρες.
  7. Χοιρινό. Ναι, αυτό το έχω ξαναγράψει. Αλλά δεν έχει. Και τις πατάτες τις λένε τσιπς. Όχι φράις.
  8. Ουρές στις υπηρεσίες. Όπου και να πήγα 3 άνθρωποι περίμεναν και τελείωσαν το πολύ σε πέντε λεπτά. Αναμονή πουθενά. Σας θυμίζει κάτι αυτό;
  9. Ελεύθερα ασύρματα δίκτυα.  Τρομερά λίγα για το μέγεθος της πόλης. Εκατοντάδες άλλα κλειδωμένα ή επί πληρωμή.Ο Τζάμπας δε θα φτάσει ποτέ εδώ νομίζω. Έχουν ένα θέμα με το ιντερνετ, είναι γενικά ακριβό σε σχέση με τα δικά μας. Αλλά έχουν πολύ φτηνά κινητά και κλήσεις, οπότε μάλλον γι' αυτό δεν τους νοιάζουν τα ασύρματα δίκτυα.
  10. Ταχύτητες. Τα περισσότερα αυτοκίνητα εδώ είναι αυτόματα. Δεν ξέρω αν είναι απο ευκολία ή αν τους δυσκολεύει το να αλλάζουν ταχύτητες με το αριστερό. Εμένα πάντως μου φαίνεται ότι θα με ζόριζε..
Πάει και η λίστα. Όσον αφορά τα νέα μου εδώ, σήμερα ήταν η πρώτη βροχερή μου μέρα. Αλλά δεν μπορώ να γκρινιάξω, γιατί σε σας είναι χειρότερος. Επίσης τα ραδιόφωνα εδώ παίζουν τα άπαντα των Coldplay. Aυτά για σήμερα γιατί πήγε 1 το βράδυ.

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο.
 

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Patchwork

Δεν έχω πολλά να σας πω σήμερα. Δεν έκανα τίποτα όλη μέρα. Μόνο να σας ευχαριστήσω για όσα μου γράψατε στα σχόλια και στα μαιλ. Δεν περίμενα τέτοια ανταπόκριση για τον τρόπο που γράφω. Θα ήθελα να σας πω και κάτι ακόμα. Μην ανησυχείτε για μένα. Είμαι καλά. Και περνάω καλά. Μου αρέσει εδώ. Και θα επιβιώσω. Όχι μόνο θα επιβιώσω, αλλά θα κάνω και κάτι παραπάνω από αυτό. Πάντα στήριζα και στηρίζω τις επιλογές μου. Δε θα το αλλάξω τώρα αυτό. Κι αν μου λείπει κάτι από την Ελλάδα, αυτό δεν είναι η χώρα, ούτε το ότι δεν ακούω ελληνικά. Οι άνθρωποι μου λείπουν. Κι αυτό δε θέλω να το αλλάξω. Δε θέλω να σας ξεχάσω. Και δε θα το κάνω, όσα χρόνια και να μείνω εδώ.

Χθες ήταν η παρέλαση του Fringe Festival. Γέμισε η Αδελαΐδα με κόσμο. Πρώτη φορά ήταν έτσι. Κόσμος παντού, στους δρόμους, στα μαγαζιά, στα πάρκα. Μόνο στο ποτάμι δεν είχε κόσμο. Λες και ήταν άλλη πόλη εκεί. Μου αρέσουν οι πόλεις με ποτάμι. Το δικό μας το λένε Torrens. Μου θυμίζει έναν χαρακτήρα από το Warcraft 3, που έπαιζα όταν ήμουν στο πρώτο έτος, σε ένα σπίτι που ήταν 23 τετραγωνικά και είχε 4 δωμάτια. Έμεινα σε αυτό το σπίτι τρία χρόνια. Θυμάμαι ακόμα την κάθε λεπτομέρεια αυτού του σπιτιού. Όπως και των υπόλοιπων τεσσάρων που άλλαξα μετά.

Εδώ ακόμα δεν έχω βρει σπίτι. Θα πάω να δω δύο τη Δευτέρα. Άδεια. Φίλοι και γνωστοί είπαν ότι θα μας δώσουν ότι πράγματα τους περισσεύουν, για να το γεμίσουμε. Άραγε είναι έτσι κι οι ζωές μας; Μάλλον. Μας δίνουν οι φίλοι εμπειρίες, τους δίνουμε κι εμείς, και στο τέλος φτιάχνουμε ένα χαρακτήρα patchwork. Ξέρετε, αυτό που είναι φτιαγμένο από χιλιάδες διαφορετικά κομμάτια. Κι αφού εδώ που ήρθαμε πατήσαμε restart, καλό είναι να πάρουμε μερικές εμπειρίες έτοιμες.

Εμείς δεν πήγαμε στην παρέλαση. Είχε τόσο πολύ κόσμο που δεν μπορούσες να σταθείς. Και τρομερή ζέστη. Γι' αυτό ήταν όλοι στους δρόμους. Περπατήσαμε το κέντρο απ' άκρη σ' άκρη. Παντού χαμόγελα, φωνές, παρέες. Όπως άρμοζε σε μια γιορτή. Περάσαμε από ένα μαγαζί που ήταν φτιαγμένο με το τίποτα. Κυριολεκτικά. Για καθίσματα είχε παλέτες, από αυτές που μεταφέρουν τα τούβλα και τα βιβλία (τι παράξενη σύμπτωση) και τα τραπέζια του ήταν μια τάβλα πάνω σε αναποδογυρισμένες κάσες. Το μπαρ ήταν μια καντίνα που την είχαν βάλει μέσα στο χώρο.Εμένα μου θύμισε...

Πήγα και από το ίδρυμα το πρωί. Όλοι στο γραφείο αμίλητοι. Τόσο αφοσιωμένοι στη δουλειά τους που το μόνο που ακούγεται είναι πληκτρολόγια. Μάλλον γι αυτό η πόρτα κάνει τόσο θόρυβο, για να τους αποσπάσει λίγο την προσοχή και να θυμηθούν να ανασάνουν. Δε φοβάμαι μη γίνω σαν κι αυτούς. Αποκλείεται. Η κοπέλα δίπλα μου τελειώνει σε δυο μήνες. Δε θυμάμαι το θέμα της. Δε μιλάει σχεδόν καθόλου. Μόνο γράφει. Προχθές με κέρασε καφέ. Μιλήσαμε στη διαδρομή από και προς το γραφείο. Αυτό ήταν όλο.

Αν θελήσετε να μου στείλετε κάτι, βάλτε και δυο πακέτα ΕΛΜΑ χωρίς ζάχαρη. Και ραντεβουδάκια. Τα κόκκινα. Ευχαριστώ. Αλλά πάνω από όλα γράψτε μου ένα γράμμα. Τα έχουμε παραμελήσει αυτά, με τα e-mail. Αλλά έχουν άλλη αξία. Η χαρά του ταχυδρομείου που έρχεται, η προσμονή του φακέλου μέχρι να ανοίξει και τέλος το ίδιο το γράμμα, που θα είναι πάντα εκεί και δε θα θαφτεί κάτω από τόνους διαφημίσεων για βιάγκρα και χιλιάδες άλλες δουλειές.

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο






Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Τι ωραία που τα μιλάς τα ελληνικά!

Αύριο κλείνω δυο βδομάδες εδώ. Αν ήμουν κουτάβι, ίσα που θα είχα αρχίσει να ξεμυτίζω από τη φωλιά μου. Και κάπως έτσι νιώθω κιόλας. Σαν μωρό που σιγά σιγά βγαίνει στον έξω κόσμο και πρέπει να τα κερδίσει όλα από την αρχή. Δε θα κρύψω ότι είναι δύσκολο. Αλλά είναι η γαμημένη η πρόκληση που κρύβει, που δε σε αφήνει να κάνεις πίσω. Το "στην Ελλάδα είναι χειρότερα" δεν πιάνει όταν είσαι μόνος σου σε ξένο τόπο. Πρέπει να βρεις άλλους τρόπους να κρατηθείς. Και αναγκαστικά τους βρίσκεις. Γιατί δεν έχεις άλλη επιλογή. Σκάσε και κολύμπα τώρα, that's all you can do.Βέβαια καλό είναι να μη σκασεις και πολύ γιατί έχει και καρχαρίες και δεν αστειεύονται.

Εδώ καλούμαι να παλέψω για τα πάντα. Από το μηδέν και από τα πιο βασικά. Όλα είναι διαφορετικά. Από το ότι οδηγούν ανάποδα, από το ότι δουλεύουν από το πρωί μέχρι τις 5, από τα πράγματα στο σούπερ μάρκετ που είναι άλλα από τα δικά μας κι ένα σωρό ακόμα. Με κυριότερο το οτι οι άνθρωποι εδώ είναι συνεπείς. Όλοι εκτός από το λεωφορείο. Στην Αδελαΐδα δεν έχει μετρό, Έχει μόνο λεοφωρεία κι ένα τραμ. Το τραμ σε πάει στην παραλία και κάπου αλλού που ακόμα δεν πήγα. Τώρα την ανακαλύπτω την πόλη.

Είπαμε, δυο βδομάδες είμαι μόνο εδώ. Και προσπαθώ να την κάνω σπίτι μου. Η Σταματική λέει ότι δε θα γίνει ποτέ. Εγώ λέω ότι θα το προσπαθήσω. Έτσι κι αλλιώς και στην Ελλάδα ποιο ήταν το σπίτι μου; Η Αλεξανδρούπολη; Ο Βόλος; Η Θεσσαλονίκη; Δεν μπορώ να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Όπου γης και πατρίς. Ένα κεραμίδι να υπάρχει κι όλα τα άλλα γίνονται. Δε θέλει και παραπάνω ο άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος, σας το χω ξαναπεί. Καλή παρέα και ζέστη. Γιατί η ζέστη φτιάχνει τη διάθεση. Χαλαρώνει. Ανοίγει τους ανθρώπους, όπως τα μύδια στον ατμό. Κι εκεί ακόμα ζέστη έχει. Είμαι πολύ χαρούμενη που ήρθα εδώ τώρα που είναι καλοκαίρι. Έτσι θα πάρω από τους ανθρώπους τον καλύτερό τους εαυτό. Και θα τον κρατήσω μέσα μου για το χειμώνα. Αν και μου είπαν ότι εδώ το χειμώνα δεν κάνει κρύο. Τα σπίτια δεν έχουν καλοριφέρ. Ζεσταίνονται με κλιματιστικά, με καλοριφέρ λαδιού και σόμπες αλογόνου. Όπως στην Ελλάδα του σήμερα. Έτοιμη ήμουν να ρωτήσω αν ξέρουν τι είναι το πέλετ. Πού να τους εξηγείς τώρα...

Προχθές πήγα και στο ραδιόφωνο. Είπα μια καλησπέρα στους Έλληνες που μας άκουγαν, από τον ελληνικό σταθμό της Νότιας Αυστραλίας. είπαν ότι θα με καλέσουν κάποια στιγμή να τους μιλήσω για το πώς είναι τα πράγματα στην Ελλάδα σήμερα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου κάνει λίγο κατοχικό ραδιόφωνο όλο αυτό. Αναρωτιέμαι πώς ένιωσαν οι άνθρωποι που με άκουσαν και είναι ξενιτεμένοι 30 και 40 χρόνια. Ξέρω ότι δεν έχουν την καλύτερη άποψη για μας, αλλά εγώ με όποιον μιλάω βλέπω τη νοσταλγία στα μάτια του.

Σήμερα μια κυρία που με άκουσε να μιλάω στο τηλέφωνο σχεδόν δακρυσμένη με πλησίασε και μου είπε "Τι ωραία που τα μιλάς τα ελληνικά!". Της απάντησα ότι δεν έχω ούτε δυο βδομάδες που ήρθα. Ένιωσα ότι προσπαθούσε να πάρει την αύρα της Ελλάδας με όλες τις αισθήσεις της. Με άγγιξε, με άκουσε, με κοίταξε. Με ένα βλέμμα νοσταλγίας κι αυτή. Με συγκίνησε.

Στο λεωφορείο το πρωί πέτυχα τρεις Ελληνίδες γιαγιάδες. Από τις δικές μας, τις παραδοσιακές. Όχι αυτές που έχει εδώ, που τα λένε μισά αγγλικά και μισά ελληνικά. Μιλούσαν ελληνικά και όταν έπρεπε να πουν τους αγγλικούς δρόμους τους έλεγαν κι αυτούς με ελληνική προφορά. Τους είπα ότι είναι πολύ όμορφο να ακούς ελληνικά σε ξένο τόπο. Κι εκείνες χάρηκαν που με είδαν. Κάτι τέτοια μικροπράγματα είναι που σου δίνουν δύναμη για τα άλλα, τα πιο μεγάλα.

Οι ώρες εδώ περνάνε γρήγορα. Κι έτσι πέρασε και η δεύτερη βδομάδα. Και συνήθισα πια να παίρνω το λεωφορείο το πρωί. Αύριο θα περάσω σχεδόν όλη τη μέρα στο ίδρυμα. Θα πάρω και ταπεράκι μαζί μου! Υποκατάστατα, αλλά δε γαμείς, δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς....


Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Ζωή Χωρίς Τάπερ

Κι έτσι λοιπόν, την Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου έφυγα. Οχτώ παρά είκοσι το πρωί. Χαιρέτησα τον άνθρωπο που στεκόταν πλάι μου τα τελευταία 2,5 χρόνια και με δάκρυα στα μάτια, έφυγα για ντάουν άντερ. Χωρίς τάπερ. Χωρίς τίποτα, παρά μόνο ρούχα κι ενα ζευγάρι μπορντώ σεντόνια. Και μερικά καλώδια. Ένα δικτύου, δυο μίνι usb και μερικά ακόμα. Δεν επιτρέπεται να φέρεις φαγητό στην Αυστραλία.

Έφτασα δυο μέρες αργότερα. Κομμάτια. Και σωματικά και ψυχολογικά. Ήρθαν από την υπηρεσία του πανεπιστημίου, με παρέλαβαν στον αεροδρόμιο και με ξεφόρτωσαν στην πόρτα του σπιτιού μου. Ήρθε η συγκάτοικος, μου έδειξε τα κατατόπια κι έφυγε. Κι έμεινα μόνη μου. Σε ξένο τόπο, χωρίς να ξέρω κανέναν. Έπεσα για ύπνο. Ξύπνησα και με πήγε για φαγητό. Πλήρωσε εκείνη γιατί δεν είχα κάνει συνάλλαγμα. Μετά από 35 ώρες πτήσης ήταν το μόνο που δε σκέφτηκα να κάνω στο αεροδρόμιο. Έφαγα κανελόνια και σπανάκι, όπως την τελευταία φορά που πήγα στην Ιταλία. Δεν ήθελα να αποκοπώ από την Ευρώπη τόσο γρήγορα. Γύρισα σπίτι και ξανάπεσα για ύπνο. Αδύνατο να κοιμηθώ. Εδώ είμαστε 8.30 ώρες μπροστά. Με πήρε ο ύπνος το ξημέρωμα.

Την άλλη μέρα πήρα αυστραλέζικο νούμερο. Μπορώ να σας το δώσω αν θέλετε. Ευτυχώς υπάρχει το viber. Η εφαρμογή αυτή που μας φέρνει πιο κοντά. Πιο κοντά από το σκάιπ. Γιατί με παίρνεις στο κινητό. Δε χρειάζεται να συνδεθώ εγώ κάπου, παρά μόνο να έχω δίκτυο. Κι έτσι μερικές φορές νομίζω ότι δεν έφυγα ποτέ.
Το βράδυ πήγα σε ένα ελληνικό γλέντι. Είχε χαβαλέ. Γνώρισα ανθρώπους. Έκανα φίλους, αυτό που λέμε. Να ξέρετε ότι εδώ δεν έχει χοιρινό. Τα σουβλάκια και ο γύρος τους είναι από αρνί. Από αρνί που δε μυρίζει όμως.Μετά πήγαμε σε μια βραδιά λάτιν. Ίδια με τις δικές μας. Αν δεν είχε πίστα το μαγαζί, όπως παλιά είχαν οι ντίσκο στην Ελλάδα, θα νόμιζα ότι δεν έφυγα ποτέ.

Την Κυριακή κοιμόμουν όλη μέρα. Δεν έκανα απολύτως τίποτα.

Τη Δευτέρα πήγα στο ίδρυμα εδώ. Πάλι δεν είχε τάπερ. Μου είπαν ότι μπορώ να φέρνω το δικό μου, γιατί το φαγητό απο το κυλικείο είναι ακριβό. Δεν είναι το ίδιο. Είχα συνηθίσει το τάπερ να έρχεται από άλλο δρόμο. Είχε κάτι το σπιτικό. Αυτή την ασφάλεια που νιώθεις ότι αυτό έρχεται από κάποιον δικό σου άνθρωπο. Όσοι με διαβάζετε στο τουίτερ θα ξέρετε μάλλον την ειδική σχέση που είχα με τα τάπερ. Εξ ου και το όνομα του μπλογκ.

Η προηγούμενη βδομάδα κύλησε περίεργα. Διάθεση ασανσέρ αυτό που λέμε. Μαζί με διάφορα στάδια αποχωρισμού. Και ξαφνικά, από την Τετάρτη και μετά πάνε όλα καλά! Χαμογελάω ξανά, γελάω πολύ, κάνω πλάκα με φίλους και σιγά σιγά νιώθω το μέρος οικείο και φιλικό. Χθες ήταν η πρώτη μέρα που δε βγήκα έξω μετά από μέρες. Και όχι γιατί δεν ένιωθα καλά, αλλά γιατί πραγματικά κουράστηκα να κοπροσκυλιάζω! Κι αυτό είναι τέλειο!

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο.