Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Δεν έχει εδώ

Δε φτιάχνω λίστες. Δεν κρατάω σημειώσεις. Πετάω τα αποκόμματα των εισιτηρίων από τα ταξίδια. Δε βγάζω φωτογραφίες. Δε γράφω ημερολόγιο. Ελάχιστα πράγματα κάνω πια σε χαρτί. Αλλά να που έρχεται μια στιγμή που τα κάνεις όλα αυτά.

Έχω αρχίσει να κρατάω σημειώσεις. Από αυτά που διαβάζω, από αυτά θέλω να γράψω αργότερα. Κράτησα όλα τα αποκόμματα των εισιτηρίων από το ταξίδι από την Ελλάδα. Έβγαλα πάρα πολλές φωτογραφίες από τότε που ήρθα. Ξεκίνησα το ημερολόγιό μου σε τούτο δω το μπλογκ. Και γράφω πια σε χαρτί. Προσπαθώ να το ξανασυνηθίσω. Δε μου βγαίνει πολύ καλά. Ξεχνάω γράμματα ανάμεσα στις λέξεις και τα συμπληρώνω μετά, δεν μπορώ να θυμηθώ πώς γράφονται μερικές λέξεις, κάποιες στιγμές σχεδόν δε θυμάμαι πώς κρατάνε το στυλό. Αλλά κυκλοφορώ με ένα σημειωματάριο και ένα τετραδιάκι. Το μικρό για τα καθημερινά, το άλλο για το διάβασμα. Ευτυχώς που εδώ οι διαδρομές με τα λεοφωρεία είναι μεγάλες κι έτσι διαβάζω αρκετά στο δρόμο. Το μόνο που δεν έκανα ακόμα, είναι να φτιάξω λίστα. Ε, ήρθε η ώρα της.


Τι δεν έχει στην Αδελαΐδα:
  1. Φραπέ. Πράγμα πολύ περίεργο, αν σκεφτείτε ότι σε όλα τα μαγαζιά, σπίτια και σούπερ μάρκετ βρίσκεις στιγμιαίο καφέ. Παράξενο.κ
  2. Καφετέριες. Δεν έχει καφετέριες σαν τις δικές μας, ούτε καν σαν τις Ιταλικές που κάθεσαι για έναν εσπρέσο στα όρθια για δέκα λεπτά. Έχει μόνο μαγαζιά που σερβίρουν καφέ, με την αισθητική των έβερεστ και των μακντόναλντ. Και μετά αναρωτιούνται γιατί πίνει ο κόσμος. Γιατί έχει μόνο παμπ βρε σαΐνια. Τι να κάνουμε; 
  3. Αδέσποτα. Δεν έχω δει ούτε ένα. Τα μόνα ζώα που είδα ήταν σε αυλές ή σε βόλτα με το αφεντικό τους, δεμένα. Δεν ξέρω πώς τα εξαφάνισαν και πού τα έχουν πάει, πάντως δεν κυκλοφορεί κανένα. Ούτε σκύλος, ούτε γάτα. Για να είμαι ειλικρινής το μόνο ζώο που συνάντησα ελεύθερο ήταν κάτι κατσαρίδες στα πεζοδρόμια. 
  4. Φωτισμό. Ούτε καν στο κέντρο της. Δεν είναι επαρκώς φωτισμένη και δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί. Με το που νυχτώνει περπατάς στο μισοσκόταδο. Και το ξαναλέω, και στο κέντρο της είναι έτσι. Ρομαντικά. Για τις γειτονιές δεν το συζητώ, μια λάμπα ανά τετράγωνο έχει. Αφού περπατάω στο πεζοδρόμιο και φοβάμαι μην έρθω τετ α τετ με καμιά φίλη του Σπάιντερμαν και δεν ξέρω πώς να φερθώ. 
  5. Ανοιχτά μαγαζιά μετά τις 10.  Λες και ζούμε στη χώρα της Σταχτοπούτας. Δέκα και πέντε έχουν εξαφανιστεί όλοι κι έχουν πάει να περιμένουν τον πρίγκηπα με το γοβάκι. Γι' αυτό βρε δε θα παντρευτώ εγώ. Γιατί δεν είμαι ποτέ στο σπίτι μου στις 10. 
  6. Κόσμο στο δρόμο. Όταν λέμε ότι δεν έχει, δεν έχει. Είναι στιγμές που σε όλη την πόλη ζήτημα να κυκλοφορούμε 100 άνθρωποι. Πού θα μου πάει, θα τους γνωρίσω τους άλλους 99 και θα βγαίνουμε από τις 6 για μπύρες.
  7. Χοιρινό. Ναι, αυτό το έχω ξαναγράψει. Αλλά δεν έχει. Και τις πατάτες τις λένε τσιπς. Όχι φράις.
  8. Ουρές στις υπηρεσίες. Όπου και να πήγα 3 άνθρωποι περίμεναν και τελείωσαν το πολύ σε πέντε λεπτά. Αναμονή πουθενά. Σας θυμίζει κάτι αυτό;
  9. Ελεύθερα ασύρματα δίκτυα.  Τρομερά λίγα για το μέγεθος της πόλης. Εκατοντάδες άλλα κλειδωμένα ή επί πληρωμή.Ο Τζάμπας δε θα φτάσει ποτέ εδώ νομίζω. Έχουν ένα θέμα με το ιντερνετ, είναι γενικά ακριβό σε σχέση με τα δικά μας. Αλλά έχουν πολύ φτηνά κινητά και κλήσεις, οπότε μάλλον γι' αυτό δεν τους νοιάζουν τα ασύρματα δίκτυα.
  10. Ταχύτητες. Τα περισσότερα αυτοκίνητα εδώ είναι αυτόματα. Δεν ξέρω αν είναι απο ευκολία ή αν τους δυσκολεύει το να αλλάζουν ταχύτητες με το αριστερό. Εμένα πάντως μου φαίνεται ότι θα με ζόριζε..
Πάει και η λίστα. Όσον αφορά τα νέα μου εδώ, σήμερα ήταν η πρώτη βροχερή μου μέρα. Αλλά δεν μπορώ να γκρινιάξω, γιατί σε σας είναι χειρότερος. Επίσης τα ραδιόφωνα εδώ παίζουν τα άπαντα των Coldplay. Aυτά για σήμερα γιατί πήγε 1 το βράδυ.

Σας φιλώ και σας αγαπώ,
το ξενιτεμένο Βούτυρο.
 

3 σχόλια:

  1. Ναι, το ίντερνετ στην Αυστραλία είναι ακριβό.

    Καλά να περνάς, βουτυράκι μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ...ποτέ δεν είναι αργά, φατσουλάκο, για την ηδονική επαφή με το γραπτό! ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Κλέβοντας τα ταχυδρομεία

    (de l` autre bout du fil) οι αποστολές ήταν συνήθως αναμενόμενες και τηλεφωνικά προκαθορισμένες. Ο οικογενειακός, παχύς και τετράγωνος, άσπρος φάκελο ερχόταν κάθε Πέμπτη, λίγο πριν το μεσημέρι. Ανεξάρτητα τετράφυλλα με μπλε διαγράμμιση : είχαν στοργή και σχεδόν όλα τα νέα της εβδομάδας, γραμμένα με ιατρικά ιερογλυφικά σε διαδοχικές περιστάσεις. Έκανε 3 νύχτες για να φτάσει (πάνω από 72 ώρες) και άξιζε ως συναξάρι για τις ατέλειωτες ώρες του επόμενου σ-κ, καταστάσεις που θ` έπρεπε να εξελιχθούν σε χρόνο και τόπο παράλληλο, μακριά από μένα.

    Θεωρώ υπερτιμημένο το θρύλο της ταχυδρομικής επικοινωνίας. Γιατί το άρωμα στο φάκελο είναι μύθος, τα ίχνη του αγγίγματος έχουν σβηστεί, ακόμη και τα δάκρυα μετατρέπονται σε στεγνούς λεκέδες. Τότε ευτυχώς υπήρχε το τηλέφωνο : το ακουστικό (το πιο σωματικό) υποκατάστατο της αφής. Άλλα ήταν σύντομο και πανάκριβο - τώρα η επικοινωνία έγινε εύκολη.
    Τα γαλάζια γράμματα ήταν απρόβλεπτα, όμως είχαν μια συχνότητα καταιγιστική και (οφείλω να αναγνωρίσω) την οικεία ηδονή του απρόσμενου. Έφταναν επίσης σε 3 μέρες, τα ακριβά εξπρές ίσως γλύτωναν 12 με 18 ώρες. Ήταν μικροί φάκελοι με ασπρογάλαζα περιμετρικά σιρίτια και όμορφα χειρόγραφα : σκέψεις που έπρεπε να ταξινομηθούν και συναισθήματα που συνήθως παρέμεναν τηλεφωνικώς άρρητα, μαζί με αποκόμματα από θεάματα, ιδιόχειρα σκίτσα και υπογραφές με πατούσες, φακελάκια ζάχαρης ή χαρτοπετσέτες με λογότυπα. Ό, τι πιο πρόσφατο, το έσχατο χάραγμα, μια σταγόνα από το πέλαγος της χρονικής μετατόπισης – «κι όλες οι άλλες οι στιγμές απελπισία».

    (από τη μεριά του Σουάν) όσο τα ανατέμνω, τόσο πείθομαι για τη ματαιότητα της ταχυδρομικής αλληλογραφίας. Τότε, είχα μαρκάρει όλα τα μπλε μεταλλικά κουτιά της ευρύτερης περιμέτρου, σημειώνοντας τις αναγραφόμενες ώρες του αδειάσματος, υπολογίζοντας το χρόνο στα επιμέρους στάδια. Είχα προεξοφλήσει σε ποιο απ` όλα, ποια συγκεκριμένη μέρα και ποια στιγμή θα έπρεπε να ρίξω το φάκελο, για να κερδίσω κάποια κλάσματα από τον ακέραιο της απόστασης και κατέληγα, αναπόφευκτά, στην έσχατη βραδινή αποστολή της Κυριακής, έξω από το σταθμό. Έλεγχα πάντα το ακριβές αντίτιμο και ψηλαφούσα το σφράγισμα πριν σπρώξω στη σχισμή το «κιβώτιο». Γύρω μου συνωστιζόταν άγνωστες μορφές που επέστρεφαν από οικογενειακά ανταμώματα ή έχασκε αχανές το άδειο σταυροδρόμι. Και μάλλον αυτό, το ξεφόρτωμα, ήταν κι η μοναδική χρησιμότητα εκείνης της κίνησης : μια κοινωνική χειρονομία στη νυχτερινή ερημία, το σπρώξιμο μιας ακόμη βδομάδας κι ύστερα πάλι πίσω «στα χακί άπλυτα και στη βουβή σκοπιά μου».

    ΥΓ η ανακάλυψη έγινε τυχαία και όταν το συνειδητοποιήσαμε απέκτησε τυπική μονιμότητα : τα έντυπα είχαν απόλυτη προτεραιότητα. Αποστολή απλή, ούτε εξπρές, ούτε συστημένο. Έφταναν σε 24 με 28 ώρες, τυλιγμένα ρολό σ` ένα σφιχτό χάρτινο δακτύλιο – όσο να χωράει το όνομα του παραλήπτη και τα ελάχιστα γραμματόσημα. Τα ταχυδρομούσε με απίστευτη αφοσίωση κάθε Δευτέρα πρωί, καλύπτοντας τη μπαγκέτα της πολιτικής ενημέρωσης με το ένθετο των σπορ. Αν ήμουν τυχερός, έπαιρνα τα αθλητικά μαζί μου στη σχολή για να διαβάσω στο πρωινό λεωφορείο και στα διαλείμματα. Με τον καιρό ξεθάρρεψε, έβαζε στην καρδία του μαρουλιού ένα μικρό σημείωμα, μέχρι και μικρά χαρτονομίσματα συναλλάγματος, για κάποιο δώρο που ποτέ δεν τόλμησα. Είχε νικήσει το χρόνο – μόνο το γέμισμα της επαφής συνέχιζε να εκκρεμεί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή